Τα αμερικανικά βομβαρδιστικά που απογειώνονται από τη βρετανική βάση R.A.F. Fairford για αποστολές κατά του Ιράν ξυπνούν μνήμες από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, όταν ο ίδιος διάδρομος είχε γίνει σύμβολο μιας βαθιά διχασμένης Δύσης. Καθώς οι Β-52 και Β-1 φορτώνονται με πυρομαχικά πάνω από τους ήσυχους αγγλικούς αγρούς, η βρετανική κοινωνία παλεύει ξανά με το ερώτημα αν τα «ξένα» πολεμικά σχέδια μπορούν να αποτρέψουν τη σύγκρουση ή να την πυροδοτήσουν.

Η R.A.F. Fairford, με ιστορία από την προετοιμασία της Απόβασης στη Νορμανδία, είναι μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές βάσεις που μπορούν να φιλοξενήσουν βαρέα αμερικανικά βομβαρδιστικά, μετατρέποντας ένα ήσυχο χωριό της αγγλικής υπαίθρου σε προκεχωρημένο κόμβο της αμερικανικής ισχύος. Κατά τον πόλεμο στο Ιράκ, το Fairford έγινε εστία μαζικών αντιπολεμικών διαδηλώσεων· σήμερα, η επανενεργοποίησή του για επιχειρήσεις κατά του Ιράν λειτουργεί σαν υπενθύμιση ενός πολέμου που θεωρείται ευρέως λάθος, τόσο στρατηγικά όσο και ηθικά.

Παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης Κιρ Στάρμερ ότι «η Βρετανία δεν θα παρασυρθεί σε έναν ευρύτερο πόλεμο», οι εικόνες με τις βόμβες να φορτώνονται στα αμερικανικά βομβαρδιστικά και οι αναφορές σε «αμυντικές» αποστολές θολώνουν τα όρια ανάμεσα στην αποτροπή και την άμεση εμπλοκή. Όπως επισημαίνει η τοπική βουλευτής Ροζ Σάβατζ, όταν η άμυνα σημαίνει πλήγματα σε ιρανικά εργοστάσια παραγωγής όπλων, για πολλούς αυτό μοιάζει πολύ με επιθετικό πόλεμο.

Πολιτική πίεση, κοινή γνώμη και ο εφιάλτης ενός νέου Ιράκ

Η επιφυλακτική στάση του Στάρμερ, που αρχικά αρνήθηκε να παραχωρήσει βάσεις για τα πρώτα πλήγματα και στη συνέχεια έδωσε περιορισμένη άδεια χρήσης των Fairford και Ντιέγκο Γκαρσία μόνο για «αμυντικές» επιχειρήσεις, έχει ήδη δηλητηριάσει τις σχέσεις του με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απαιτεί πιο επιθετική και ξεκάθαρη βρετανική στήριξη. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση: πλειοψηφίες άνω του 50% δηλώνουν αντίθεση στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις και ζητούν είτε ουδετερότητα είτε ανοιχτή αντίθεση στη σύγκρουση.

Οι σκιές του Ιράκ αιωρούνται πάνω από κάθε απόφαση: ο Στάρμερ υπενθυμίζει ότι είχε ταχθεί κατά του πολέμου το 2003, αποστασιοποιούμενος από την κληρονομιά Μπλερ, του πρωθυπουργού που χαρακτηρίστηκε «κανίς» του Τζορτζ Μπους, καθώς έσερνε τη χώρα σε μια εκστρατεία που σημαδεύτηκε από ψευδή στοιχεία και αμφιλεγόμενη νομιμότητα. Σήμερα, με το Ιράν να προειδοποιεί πως θα θεωρήσει κάθε επιπλέον εμπλοκή ως συμμετοχή σε «πόλεμο επιθετικότητας» και με τις αναφορές για αυξημένη ιρανική κατασκοπεία και ομάδες δολοφονιών στη βρετανική επικράτεια, οι φόβοι ότι τα βομβαρδιστικά μπορεί να μετατρέψουν το Ηνωμένο Βασίλειο σε στόχο είναι πιο έντονοι από ποτέ.

Η καθημερινότητα κάτω από τα βομβαρδιστικά: φόβος, περιέργεια και αυξανόμενα καύσιμα

Γύρω από τη βάση, το κλίμα είναι αντιφατικό: δίπλα στους τηλεοπτικούς σταθμούς και τους στρατιωτικούς αναλυτές, συνυπάρχουν ντόπιοι που βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους και αεροφωτογράφοι που καταγράφουν με ενθουσιασμό κάθε απογείωση βομβαρδιστικού, θυμούμενοι τις μέρες του πολέμου στο Ιράκ. Ορισμένοι υποστηρίζουν ανοικτά τις επιθέσεις του Τραμπ στο Ιράν και κατηγορούν τη βρετανική κυβέρνηση ότι «δεν στηρίζει αρκετά» τον Αμερικανό πρόεδρο, ενώ άλλοι ομολογούν ότι φοβούνται πως το Fairford, όσο «εκτός εμβέλειας» κι αν εμφανίζεται των ιρανικών drones, μπορεί να σύρει ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο βαθύτερα στη δίνη του πολέμου, σύμφωνα με τους New York Times.

Την ίδια ώρα, ο πόλεμος έχει ήδη υλική επίπτωση πολύ πέρα από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις: η άνοδος στις τιμές καυσίμων, από το ντίζελ μέχρι το πετρέλαιο θέρμανσης, δείχνει ότι κάθε απογείωση βομβαρδιστικού και κάθε νέα επίθεση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή μεταφράζεται σε λογαριασμούς που φτάνουν βαρείς στα βρετανικά νοικοκυριά. Μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, η συζήτηση για το αν τα βομβαρδιστικά αποτρέπουν έναν μεγαλύτερο πόλεμο ή αν απλώς επαναλαμβάνουν τον εφιάλτη του Ιράκ γίνεται ξανά το κεντρικό πολιτικό και ηθικό δίλημμα της χώρας.