Ο πόλεμος στο Ιράν και η σκιώδης «μη τραπεζική» χρηματοδότηση διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο μείγμα που πολλοί συγκρίνουν με την προ κρίσης εποχή του 2008, χωρίς όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, να διαφαίνεται ένα άμεσο χρηματοπιστωτικό κραχ.
Καθώς οι αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις κατά του Ιράν εκτοξεύουν τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, οι αγορές πετρελαίου μπήκαν σε τροχιά έντονης μεταβλητότητας, με τις τιμές να «βλέπουν» ξανά προς τα ιστορικά υψηλά, αν και ακόμη απέχουν από τα επίπεδα-ρεκόρ του 2008 σε πραγματικούς όρους. Παράλληλα, μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου ανησυχητική αναταραχή εξελίσσεται στους κόλπους του ιδιωτικού πιστωτικού τομέα, όπου μεγάλοι όμιλοι, από Morgan Stanley και BlackRock μέχρι εξειδικευμένους παίκτες όπως Blue Owl και Cliffwater, βλέπουν τους επενδυτές να τρέχουν προς την έξοδο. Ο φόβος ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα διαβρώσει το επιχειρηματικό μοντέλο πολλών εταιρειών λογισμικού που έχουν χρηματοδοτηθεί με ιδιωτικό χρέος, έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη ογκούμενο «τείχος» εξαγορών και αποπληρωμών ύψους 40 δισ. δολαρίων το 2028.
Την ίδια ώρα, οι εποπτικές αρχές προειδοποιούν εδώ και μήνες ότι ο κλάδος της ιδιωτικής πίστης έχει υπερθερμανθεί, ενώ μεγάλες τράπεζες όπως η JPMorgan περιορίζουν την έκθεσή τους σε ένα οικοσύστημα όπου, όπως σχολίασε εύγλωττα ο Τζέιμι Ντάιμον, «υπάρχουν κατσαρίδες» – δηλαδή κρυμμένα προβληματικά δάνεια. Η πρόσφατη κατάρρευση του βρετανικού δανειστή MFS ήρθε να επιβεβαιώσει πως οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται σε ένα ή δύο funds, αλλά αγγίζουν τον πυρήνα του σκιώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παρότι τα περισσότερα private credit funds διαθέτουν ρήτρες που περιορίζουν τις τριμηνιαίες εξαγορές περίπου στο 5% του ενεργητικού, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να «κλειδώνουν» τις εκροές, η εικόνα θυμίζει στους παλιότερους την αργή, αλλά επίμονη έξοδο κεφαλαίων πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers.
Ιράν, κρίση και «φούσκα» ιδιωτικής πίστωσης
Το ερώτημα που πλανάται πάνω από τις αγορές είναι αν αυτός ο συνδυασμός πολέμου στο Ιράν και κρίσης στην ιδιωτική πίστη μπορεί να πυροδοτήσει μια νέα, συστημική κρίση τύπου 2008. Η απάντηση των ειδικών είναι διπλή: βραχυπρόθεσμα, το μέγεθος της αγοράς private credit –περίπου 2 τρισ. δολάρια– θεωρείται σχετικά μικρό για να γονατίσει μόνο του το παγκόσμιο σύστημα, την ώρα που οι τράπεζες εμφανίζονται σαφώς πιο θωρακισμένες σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1 έχουν ενισχυθεί στο 14,3% από λιγότερο από 10% το 2011, ενώ τα χαρτοφυλάκια υψηλής ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης έχουν αυξηθεί κατά 55% και 40% αντίστοιχα, όπως υπενθυμίζει ο επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος.
Ωστόσο, η «δύναμη πυρός» των τραπεζών δεν αρκεί για να εξουδετερώσει τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους που γεννά η αδιαφάνεια και η διασύνδεση τραπεζών και μη τραπεζικών ιδρυμάτων. Οι τράπεζες παραμένουν δανειστές, αντισυμβαλλόμενοι, πάροχοι υπηρεσιών αλλά και, σε αρκετές περιπτώσεις, κρυφοί «εγγυητές» για funds ιδιωτικής πίστης, σε ένα πλέγμα από μοχλεύσεις, μετασχηματισμούς ρευστότητας και κινδύνου διάρκειας που δύσκολα χαρτογραφούν οι ρυθμιστικές αρχές. Αν η τιμή του πετρελαίου και άλλων βασικών αγαθών εκτοξευτεί, για παράδειγμα λόγω παρατεταμένου κλεισίματος των στενών του Ορμούζ, η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων θα μπορούσε να κάνει το ήδη εύθραυστο οικοδόμημα της ιδιωτικής πίστωσης ακόμη πιο ευάλωτο.
Ιράν και διεθνής συντονισμός σε κρίση εμπιστοσύνης
Πέρα από τους καθαρά οικονομικούς δείκτες, η κρίση γύρω από το Ιράν αποκαλύπτει μια άλλη, λιγότερο μετρήσιμη αλλά εξόχως κρίσιμη διάσταση: τη φθορά της διεθνούς εμπιστοσύνης και του θεσμικού συντονισμού. Μετά το σοκ του 2008, οι ηγέτες της G20 κινήθηκαν ταχύτατα και συντονισμένα, με τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο, για να αποτρέψουν την κατάρρευση του συστήματος – κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην ασιατική κρίση της δεκαετίας του 1990. Σήμερα, όμως, όπως επισημαίνουν πρώην αξιωματούχοι όπως ο Ρόμπερτ Χόρματς, αυτό το μοντέλο συλλογικής δράσης στηρίζεται σε ένα κεφάλαιο εμπιστοσύνης που έχει σε μεγάλο βαθμό διαρραγεί, καθώς η προεδρία Τραμπ έχει υπονομεύσει τις παραδοσιακές συμμαχίες και τα κανάλια συνεννόησης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε περίπτωση που ο πόλεμος στο Ιράν προκαλέσει ευρύτερη αναταραχή στις αγορές ομολόγων ή ένα κύμα πανικού γύρω από τα σκιώδη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κανείς δεν είναι βέβαιος αν ο Λευκός Οίκος διαθέτει πλέον την πολιτική, δημοσιονομική και νομισματική ισχύ για να τιθασεύσει την καταιγίδα. Η σύγκριση με την Ιαπωνία της δεκαετίας του 1990, όπου οι τράπεζες έκρυβαν ζημιές και οι επενδυτές παγιδεύονταν σε ένα σύστημα χωρίς ορατή διέξοδο, λειτουργεί ως προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί όταν οι «κρυμμένες» ζημιές και η αδυναμία εξόδου διαβρώσουν την εμπιστοσύνη. Κι αν οι τράπεζες σήμερα δεν φαίνεται να κινδυνεύουν από ένα αιφνίδιο «έμφραγμα», ο κίνδυνος είναι μια παρατεταμένη, διαβρωτική κρίση – ένα αργό «σφύριγμα» εκτόνωσης της φούσκας στην ιδιωτική πίστη, που σε συνδυασμό με τον πόλεμο στο Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές χρηματοπιστωτικές δονήσεις, σύμφωνα με τους Financial Times.
Σε αυτό το σκηνικό, δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν ότι η έντονη προβολή του πολέμου στο Ιράν λειτουργεί σχεδόν βολικά για ορισμένους ισχυρούς χρηματοοικονομικούς παίκτες, μετατοπίζοντας τον δημόσιο διάλογο από τα εύθραυστα θεμέλια του σκιώδους πιστωτικού συστήματος. Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να «χαιρετίζει» την εστίαση στα πολεμικά μέτωπα ως αντιπερισπασμό από άλλα πολιτικά σκάνδαλα, ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίων ανακουφίζονται που οι κάμερες δεν φωτίζουν τις δικές τους κρυφές ζημιές. Όμως όσο η κρίση γύρω από το Ιράν παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα το μείγμα γεωπολιτικής αστάθειας, ενεργειακού σοκ και εύθραυστου σκιώδους χρέους να μετατραπεί από «μακρινό θόρυβο» σε πραγματική παγκόσμια δοκιμασία για τις αγορές.