Το Οστεοφυλάκιο του Ιακώβου, ένα σκαλιστό ασβεστολιθικό κιβώτιο του 1ου αιώνα μ.Χ., έχει περιγραφεί ως «το σημαντικότερο αντικείμενο που έχει βρεθεί ποτέ» από την εποχή του Χριστού. Το περίπου 2.000 ετών οστεοφυλάκιο έγινε παγκόσμιο πρωτοσέλιδο το 2002, όταν εκτέθηκε στην Ουάσιγκτον και παρουσιάστηκε ως η πρώτη πιθανή υλική απόδειξη της ύπαρξης του Ιησού.
Η παγκόσμια φήμη του οφείλεται σε μία επιγραφή στα αραμαϊκά, η οποία αναφέρει: «Γιαακώβ μπαρ Γιοσέφ αχούι ντε Γεσούα», δηλαδή «Ιάκωβος, γιος του Ιωσήφ, αδελφός του Ιησού». Επειδή τα ονόματα αντιστοιχούν σε εκείνα του αδελφού και του πατέρα του Ιησού από τη Ναζαρέτ, πολλοί ερευνητές εικάζουν ότι το κιβώτιο περιείχε τα οστά του Ιακώβου του Δικαίου, του πρώτου ηγέτη της χριστιανικής κοινότητας στην Ιερουσαλήμ μετά τη σταύρωση.
Η επιγραφή προκάλεσε διεθνή αναταραχή και έντονη επιστημονική αντιπαράθεση σχετικά με το αν το τμήμα που αναφέρεται στον «αδελφό του Ιησού» είναι αυθεντικό. Όπως δήλωσε στην Daily Mail ο αρχαιολόγος, Μπράιαν Γουίντλ, «κατά την άποψή μου, τα στοιχεία δείχνουν ότι το Οστεοφυλάκιο του Ιακώβου είναι ένα γνήσιο οστεοφυλάκιο του 1ου αιώνα μ.Χ. και ότι ολόκληρη η επιγραφή είναι αυθεντική». Παρότι οι αρχαιολόγοι συμφωνούν ότι το ίδιο το κιβώτιο είναι αυθεντικό και χρονολογείται στη σωστή περίοδο, η επιγραφή παραμένει αντικείμενο αμφισβήτησης, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι η φράση «αδελφός του Ιησού» προστέθηκε μεταγενέστερα.
Η διαμάχη επικεντρώνεται στο αν τα γράμματα του δεύτερου μέρους της επιγραφής «ταιριάζουν» με εκείνα του πρώτου και στο αν η πατίνα (τo λεπτό στρώμα πρασινωπής ουσίας που καλύπτει τα χάλκινα και ορειχάλκινα αντικείμενα ως αποτέλεσμα της χημικής τους διάβρωσης) της γήρανσης είναι ίδια σε όλο το μήκος της επιγραφής. Το Οστεοφυλάκιο του Ιακώβου δεν ανακαλύφθηκε σε επίσημη αρχαιολογική ανασκαφή, αλλά εμφανίστηκε στην αγορά αρχαιοτήτων τη δεκαετία του 1970. Η ακριβής τοποθεσία εύρεσής του παραμένει άγνωστη, αν και θεωρείται πιθανό ότι προέρχεται από την περιοχή της Ιερουσαλήμ ή της Δυτικής Όχθης, όπου έχουν εντοπιστεί πολλοί τάφοι του 1ου αιώνα με οστεοφυλάκια.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε το 2003, όταν ο ιδιοκτήτης του οστεοφυλακίου, Οντέντ Γκολάν, κατηγορήθηκε ότι είχε πλαστογραφήσει την επιγραφή, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος «αδελφός του Ιησού» και ότι εφάρμοσε τεχνητή πατίνα για να φαίνεται αρχαία. Παρότι αθωώθηκε μετά από μακρά δίκη, η Ισραηλινή Αρχή Αρχαιοτήτων είχε χαρακτηρίσει το οστεοφυλάκιο πλαστό στις 18 Ιουνίου 2003, απόφαση που, σύμφωνα με τον ίδιο, αγνόησε τη σωστή επιστημονική εξέταση. Ο Γκολάν είχε αποκτήσει το αντικείμενο τη δεκαετία του 1970 από εμπόρους στην Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη και το παρουσίασε δημόσια περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα, ενώ καταδικάστηκε μόνο για δευτερεύουσες κατηγορίες.
I'm a Bible expert… and here's why a box said to hold Jesus's brother's bones is 'the most significant artifact ever' found https://t.co/4xvKzJSnsq
— Daily Mail US (@Daily_MailUS) January 18, 2026
Ο Μπράιαν Γουίντλ αναγνώρισε τις δυσκολίες στην απόδειξη της αυθεντικότητας, επισημαίνοντας ότι η απουσία ελεγχόμενης ανασκαφής καθιστά την οριστική πιστοποίηση περίπλοκη. Ωστόσο, όπως ανέφερε, η μαρτυρία ειδικών που υποστήριζαν την πλαστογραφία κατέρρευσε κατά την αντεξέταση στη σχετική δίκη. Μετά την απόφαση, ο Γκολάν δήλωσε ότι «το αερόστατο θερμού αέρα που απελευθέρωσαν η εισαγγελία και η Ισραηλινή Αρχή Αρχαιοτήτων τελικά έσκασε», προσθέτοντας ότι το δικαστήριο απέρριψε πλήρως τις κατηγορίες περί πλαστογραφίας. Ο δικαστής, ωστόσο, τόνισε ότι η αθώωση «δεν σημαίνει ότι η επιγραφή στο οστεοφυλάκιο είναι αυθεντική ή ότι γράφτηκε πριν από 2.000 χρόνια».
Μεταγενέστερες αναλύσεις, σύμφωνα με τον Γουίντλ, ενισχύουν την άποψη της αυθεντικότητας, παρά τη θέση της Ισραηλινής Αρχής Αρχαιοτήτων. Το οστεοφυλάκιο υπέστη θραύση κατά τη μεταφορά του στο Βασιλικό Μουσείο του Οντάριο το 2003, γεγονός που προσέφερε σπάνια ευκαιρία για ενδελεχή μελέτη. Ο Έντουαρντ Τζ. Κιλ, πρώην ανώτερος επιμελητής του μουσείου, ανέφερε ότι κατέστη δυνατό να αποδειχθεί πως η λεγόμενη θεωρία των «δύο χεριών» ήταν αβάσιμη, σημειώνοντας ότι μέρος της επιγραφής είχε καθαριστεί πρόσφατα και υπερβολικά έντονα με αιχμηρό εργαλείο, συγκεκριμένα στην αρχή της και όχι στο τέλος.
Παράλληλα, ο τάφος της Ταλπιότ, που ανακαλύφθηκε σε εργοτάξιο στην Ιερουσαλήμ το 1980, περιείχε δέκα οστεοφυλάκια με επιγραφές ονομάτων όπως Ιησούς, Μαρία και Ιωσήφ. Ορισμένοι ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι το Οστεοφυλάκιο του Ιακώβου θα μπορούσε να είναι το «χαμένο» δέκατο οστεοφυλάκιο του τάφου, συνδέοντάς το άμεσα με την οικογένεια του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι έχουν σε μεγάλο βαθμό απορρίψει αυτή τη θεωρία, καθώς οι διαστάσεις και το ύφος του Οστεοφυλακίου του Ιακώβου διαφέρουν από εκείνα των υπολοίπων, καθιστώντας απίθανη την κοινή προέλευση.
Η συνεχιζόμενη διαμάχη τροφοδοτεί έντονη συζήτηση μεταξύ επιστημόνων, συλλεκτών και ερευνητών σχετικά με το αν το οστεοφυλάκιο είναι αυθεντικό, αν σχετίζεται με την οικογένεια του Ιησού ή αν πρόκειται απλώς για ένα τυχαίο αντικείμενο του 1ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Μπράιαν Γουίντλ, σύγχρονες δοκιμές αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς ότι το δεύτερο μέρος της επιγραφής προστέθηκε αργότερα, καθώς αποδεικνύουν την παρουσία αρχαίας πατίνας στα γράμματα και των δύο τμημάτων. Όπως καταλήγει, θεωρεί ότι το οστεοφυλάκιο περιείχε τα οστά του Ιακώβου, ο οποίος ήταν γνωστός τον 1ο αιώνα ως «αδελφός του Ιησού», χαρακτηρισμός που μαρτυρείται και από τον Ιώσηπο στο έργο του «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες».