«Επέκταση χωρικών υδάτων», «συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Ζώνης», «παραβίαση υφαλοκρηπίδας» και «αιγιαλίτιδα ζώνη».

Όροι που έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας τον τελευταίο καιρό αφενός λόγω της τουρκικής προκλητικότητας και αφετέρου εξαιτίας της ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας. Τους διαβάζουμε και τους ακούμε καθημερινά, ωστόσο πόσοι γνωρίζουμε τι πραγματικά σημαίνουν και ποιες σημαντικές λεπτομέρειες εμπεριέχουν;

Προκειμένου να λυθούν οι απορίες θα αναλύσουμε τον κάθε όρο ξεχωριστά έχοντας ως οδηγό το βιβλίο «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις» (εκδόσεις Πατάκη) του αναπληρωτή καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής του Παντείου πανεπιστημίου και νυν βουλευτή της Ν.Δ. κ. Άγγελου Συρίγου, τη μελέτη του καθηγητή οικονομικών και μέλους της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας κ. Θεόδωρο Καρυώτη υπό τον τίτλο «ΑΟΖ – Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» (εκδόσεις Παπαδόπουλος) και θεσμικές πηγές όπως είναι η ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών.

Τι είναι τα χωρικά ύδατα και γιατί αντιδρά ο Ερντογάν

Σύμφωνα με τον κ. Συρίγο, χωρικά ύδατα (ή χωρική θάλασσα ή αιγιαλίτιδα ζώνη) είναι η θαλάσσια ζώνη που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από τις ακτές ενός κράτους. Περιλαμβάνει το νερό, το βυθό, το υπέδαφος και τον υπερκείμενο εναέριο χώρο. Μέσα σε αυτή τη ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Μοναδικός περιορισμός της κυριαρχίας είναι το δικαίωμα της αβλαβούς διελεύσεως, που μπορούν να ασκούν πλοία τρίτων κρατών χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 μέχρι σήμερα, όλα τα κράτη του κόσμου επέκτειναν τα χωρικά τους ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Ο εθιμικός αυτός κανόνας αποτυπώθηκε και στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την εφαρμογή αποτελούσε μέχρι χθες η Ελλάδα που περιοριζόταν στα 6 ναυτικά μίλια.

Το μεσημέρι της Τετάρτης ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε στη Βουλή ότι με νομοσχέδιο που θα κατατεθεί άμεσα, η χώρα μας «επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη από τα 6 στα 12 μίλια προς δυσμάς. Η Ελλάδα μεγαλώνει το έχουν πει κι άλλοι εμείς είμαστε όμως αυτοί που το κάνουν πράξη. Προβαίνουμε έτσι σε μία θαλάσσια περιοχή συγκεκριμένα αυτή του Ιονίου και των Ιονίων νήσων μέχρι το ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου στην άσκηση ενός αδιαμφισβήτητου κυριαρχικού μας δικαιώματος σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας». Το δικαίωμα αυτό η χώρα μας επιφυλάσσεται να το ασκήσει μελλοντικά και σε άλλες περιοχές, ήτοι στην περιοχή του Αιγαίου πρωτίστως.

Η απειλή της Άγκυρας με πόλεμο (casus belli)

Η Άγκυρα ωστόσο υποστηρίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να ασκηθεί από την Ελλάδα στο Αιγαίο γιατί με αυτό τον τρόπο θα έκλεινε κάθε τουρκική πρόσβαση στο αρχιπέλαγος και δεν αρκείται στην εξασφάλιση της αβλαβούς διέλευσης και της διευκόλυνσης της ναυσιπλοΐας. Μάλιστα με απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης στις 8 Ιουνίου 1995 (μόλις τέθηκε σε ισχύ το Δίκαιο της Θάλασσας που δεν έχει υπογράψει η ίδια), εξέδωσε την απόφαση περί «casus belli» εν λευκώ και στο διηνεκές, ήτοι πως τυχόν επέκταση των χωρικών μας υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο, θα αποτελούσε αιτία πολέμου.

Είναι προφανές ότι η συμπεριφορά αυτή της Τουρκίας παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί απαγόρευσης χρήσης ή απειλής χρήσης βίας (άρθρο 2, παρ. 4), περί ειρηνικής επίλυσης (άρθρο 2, παρ. 3) και περί καλής γειτονίας και ειρηνικής συνύπαρξης (Προοίμιο). Παράλληλα, δυναμιτίζει τη συμμαχική σχέση που οφείλουν να έχουν κράτη που μετέχουν στην ίδια Συμμαχία και αντίκειται στις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται το ΝΑΤΟ (άρθρα 1 και 2 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου).

Η άρση του casus belli έχει συμπεριληφθεί μεταξύ των βασικών κριτηρίων για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, στο πλαίσιο της υποχρέωσής της για πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας που αποτελεί θεμέλια αρχή πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτονόητο ότι ένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος δεν είναι δυνατόν να απειλεί με πόλεμο άλλο κράτος και πολύ περισσότερο ένα μέλος της ΕΕ και μελλοντικό εταίρο.

Αποτελεί, επίσης, αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και τη μείωση της έντασης. Είναι προφανές ότι οι προσπάθειες εξομάλυνσης των σημείων τριβής και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών δεν μπορούν να ευοδωθούν υπό το κράτος απειλής πολέμου.

Τι είναι η υφαλοκρηπίδα και που έγκειται η διαφωνία με την Τουρκία

Η υφαλοκρηπίδα είναι ένας γεωλογικός όρος. Πρόκειται για τον βυθό και το υπέδαφος της θάλασσας που ξεκινά αμέσως μετά τα χωρικά ύδατα ενός κράτους· δηλαδή τελειώνουν τα χωρικά ύδατα και ξεκινά η υφαλοκρηπίδα.

Εντός αυτής, έχεις το δικαίωμα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων που τυχόν υπάρχουν, αλλά όχι πλήρη κυριαρχία. Μπορείς για παράδειγμα να βγάλεις από ‘κει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο αλλά όχι να απαγορεύσεις τη διέλευση πλοίων. Στην ελληνική περίπτωση η υφαλοκρηπίδα ξεκινά πράγματι από ‘κει που τελειώνουν σήμερα τα χωρικά μας ύδατα (δηλαδή έξι ναυτικά μίλια από την ακτή, ήτοι 9,66 χιλιόμετρα) και σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας θα μπορούσαν να φθάσουν μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια (δηλαδή μέχρι και τα 321 χιλιόμετρα μακριά). Στην χώρα μας όμως δεν υπάρχει σημείο στον χάρτη που να επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη της υφαλοκρηπίδας σε έκταση 200 ν.μ., γιατί αναγκαστικά «πατάει» πάνω στην υφαλοκρηπίδα των γειτονικών χωρών που κι αυτών ξεκινά από το τέλος των δικών τους χωρικών υδάτων.

Για να μην υπήρχε αλληλοκάλυψη θα έπρεπε να χωρίζει το ένα κράτος από το άλλο μια απόσταση τουλάχιστον 400 ναυτικών μιλίων (200 του ενός και 200 του άλλου), ήτοι 648 χιλιόμετρα. Τόσο μεγάλες αποστάσεις όμως έχουν μόνο χώρες που «βλέπουν» σε ωκεανούς.

Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει θα πρέπει να σκεφτούμε ότι π.χ. το Λαύριο απέχει από το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, 102 ναυτικά μίλια (περίπου 188 χλμ.) και ανάμεσα στα δύο αυτά λιμάνια υπάρχουν πολλά ελληνικά νησιά. Αντιστοίχως η απόσταση ανάμεσα στην Κύπρο και την Αίγυπτο είναι κάτι λιγότερο από 190 ναυτικά μίλια (350 χιλιόμετρα). Επομένως η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπτύξει πλήρως την υφαλοκρηπίδα της πουθενά, οπότε πρέπει να γίνει οριοθέτηση σε συνεννόηση με τα όμορα κράτη.

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η Τουρκία υποστηρίζει πως τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα. Οπότε μετράει την υφαλοκρηπίδα από τη χερσόνησο της Μικράς Ασίας μέχρι τις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας αγνοώντας πλήρως ό,τι μεγάλο ή μικρό κομμάτι γης υπάρχει ενδιάμεσα. Αγνοεί δηλαδή όλα τα νησιά. Μέχρι το 1973 το μοναδικό κείμενο που αναφερόταν σε τέτοιου είδους ζητήματα ήταν η Σύμβαση της Γενεύης του 1958 η οποία καθιέρωνε τη μέση γραμμή/γραμμή ίσης αποστάσεως ως μέθοδο οριοθέτησης αλλά ούτως ή άλλως το νομικό αυτό κείμενο δεν το είχε υπογράψει η Τουρκία, οπότε δεν τη δέσμευε.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής οικονομικών και μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας κ. Θεόδωρος Καρυώτης στο νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο «ΑΟΖ – Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» (εκδόσεις Παπαδόπουλος), η Τουρκία υποστηρίζει ότι «το Αιγαίο Πέλαγος είναι μια ημίκλειστη θάλασσα με πολλά ελληνικά νησιά να βρίσκονται εντός μίας πολύ μικρής περιοχής, πολύ κοντά στην τουρκική ακτή (κάποια σε απόσταση ακόμα και κάτω των 3 ναυτικών μιλίων), αφαιρώντας έτσι ένα μεγάλο ποσοστό της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Εκτιμά ότι η οριοθέτηση θα πρέπει να γίνει με ευθυδικία ώστε να υπάρξει μια δίκαιη λύση που θα λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές παραμέτρους».

Τι σημαίνει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)

 

Βάσει της Διεθνούς Συνθήκης του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας (που επιψηφίστηκε το 1982), Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) θεωρείται η θαλάσσια έκταση, εντός της οποίας ένα κράτος έχει δικαίωμα έρευνας ή άλλης εκμετάλλευσης των θαλασσίων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ενέργειας από το νερό και τον άνεμο.

Εκτείνεται πέραν των χωρικών υδάτων μιας χώρας (δηλαδή μετά τα 12 ναυτικά μίλια) έως τα 200 ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή. Η χρήση του όρου μπορεί να περιλαμβάνει την υφαλοκρηπίδα, ονομαστικά και μόνο. Σε επίπεδο ουσίας δικαίου και συνεπαγόμενων δικαιωμάτων είναι δύο διαφορετικές ζώνες. Η ΑΟΖ δεν συμπεριλαμβάνει τα χωρικά ύδατα, ούτε και την υφαλοκρηπίδα πέραν των 200 ν.μ.

Η διαφορά χωρικών υδάτων και ΑΟΖ είναι πως τα χωρικά ύδατα αφορούν σε πλήρη κυριαρχία, ενώ η ΑΟΖ αποτελεί απλό «κυριαρχικό δικαίωμα», το οποίο αναφέρεται στη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους μέχρι και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η επιφάνεια είναι διεθνή ύδατα.

Γενικά, η ΑΟΖ μιας χώρας εκτείνεται από τα εξωτερικά όρια των χωρικών υδάτων και μέχρι τα 200 ν.μ. (370 χλμ), τα οποία υπολογίζονται από τις γραμμές βάσης/ baseline (Άρθρο 57 της Σύμβασης για το Δίκαιο της θάλασσας), οι οποίες δεν συμπίπτουν ακριβώς με την ακτογραμμή. Σε αυτό τον κανόνα, εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου οι ΑΟΖ δύο ή περισσοτέρων χωρών αλληλοεφάπτονται, όταν δηλαδή οι ακτογραμμές των εν λόγω χωρών απέχουν λιγότερο από 400 ναυτικά μίλια (740 χλμ) όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας με γειτονικές της χώρες. Στην περίπτωση που οι ΑΟΖ αλληλοεφάπτονται, έγκειται στις χώρες που τις διεκδικούν να ορίσουν από κοινού θαλάσσια σύνορα, όπως συνέβη πρόσφατα με τον καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας – Ιταλίας και Ελλάδας – Αιγύπτου.

Στη δεύτερη περίπτωση οριοθετήσαμε ένα τμήμα της ΑΟΖ και όχι ολόκληρη καθώς η Αίγυπτος δεν θέλει να εμπλακεί στην ελληνοτουρκική διένεξη.