Σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης βρίσκονται κυβέρνηση και ΠΑΣΟΚ, καθώς δύο φορτισμένα θέματα – συνταγματική αναθεώρηση και υπόθεση Παναγόπουλου – ρίχνουν νερό στο μύλο της πολιτικής αντιπαράθεσης και ανεβάζουν κατακόρυφα τους τόνους στον δημόσιο διάλογο. Στο πλαίσιο αυτό έχει διαμορφωθεί ένα διπλό μέτωπο όπου θεσμικού χαρακτήρα ζητήματα, ιστορικές ευθύνες και πολιτικοί συσχετισμοί οδηγούν σε κατηγορίες, αιχμές αλλά και στρατηγικούς υπολογισμούς.
Στο πεδίο της συνταγματικής αναθεώρησης, η κυβέρνηση απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις περί «συνταγματικού λαϊκισμού», υποστηρίζοντας ότι κινείται απολύτως εντός του πλαισίου που ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Όπως τονίζεται, η αναθεωρητική διαδικασία ανοίγει κρίσιμα ζητήματα που το πολιτικό σύστημα όφειλε να έχει αντιμετωπίσει εδώ και δεκαετίες, με χαρακτηριστικότερο το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, αλλά και θέματα όπως η αξιολόγηση και η λειτουργία του Δημοσίου.

Η κριτική της κυβέρνησης στρέφεται προς τις προηγούμενες κυβερνήσεις, κατηγορώντας τες για θεσμική αδράνεια. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου υπενθυμίζει ότι στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, εισήχθησαν ρυθμίσεις όπως το «αμελλητί», η συνταγματική κατοχύρωση της προκαταρκτικής εξέτασης και η αποσβεστική προθεσμία, που – σύμφωνα με την κυβερνητική ανάγνωση – περιόρισαν δραστικά τη δυνατότητα της Δικαιοσύνης να διερευνά υποθέσεις κυβερνητικών στελεχών.
Παράλληλα, η κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε από το 2006 ταχθεί υπέρ της αλλαγής του άρθρου 86, ενώ επί των ημερών του καταργήθηκε η αποσβεστική προθεσμία, ώστε να ισχύει ενιαίο καθεστώς παραγραφής για όλους τους πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται εμφατικά το δίλημμα προς όλα τα κόμματα και ειδικά προς το ΠΑΣΟΚ: «ναι» ή «όχι» στην αναθεώρηση, χωρίς αστερίσκους και τακτικισμούς, με την ιστορία να καταγράφει τη στάση του καθενός.
Κόντρα για την υπόθεση Παναγόπουλου
Σε παράλληλο χρόνο η υπόθεση Παναγόπουλου ανοίγει ένα δεύτερο, εξίσου ευαίσθητο μέτωπο. Η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι ισχύει απολύτως το τεκμήριο της αθωότητας για κάθε πρόσωπο που ελέγχεται και απορρίπτει κάθε απόπειρα πολιτικής γενίκευσης. Ο Γιάννης Παναγόπουλος, του οποίου η κομματική ιδιότητα έχει τεθεί σε αναστολή από το ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί, σύμφωνα με το Μέγαρο Μαξίμου, να «χρεωθεί» ούτε στην κυβέρνηση ούτε στη Νέα Δημοκρατία.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι η υπόθεση αφορά συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα και τον τρόπο υλοποίησης προγράμματος από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, όχι το Δημόσιο, ενώ τα υπόλοιπα ελεγχόμενα πρόσωπα δεν έχουν πολιτική ιδιότητα. Παράλληλα, τονίζεται ότι η συμμετοχή κοινωνικών εταίρων σε προγράμματα κατάρτισης του ΕΣΠΑ αποτελεί ευρωπαϊκή κατεύθυνση και όχι ελληνική πρωτοβουλία.
Παρά τα υψηλά πολιτικά ντεσιμπέλ, ανώτατα κυβερνητικά στελέχη διαμηνύουν ότι ο θεσμικός διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους και η διαδικασία για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας θα συνεχιστούν κανονικά. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης πόλωσης, το διπλό αυτό μέτωπο αναδεικνύει τα όρια μεταξύ θεσμικής ευθύνης, πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικής απαίτησης για λογοδοσία, με τις επόμενες κινήσεις από πλευράς της κυβέρνησης να κρίνονται καθοριστικές για το πολιτικό ισοζύγιο, δεδομένου ότι το κεφάλαιο συνταγματική αναθεώρηση μόλις άνοιξε, ενώ για την υπόθεση Παναγόπουλου τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει η δικαιοσύνη.