Δύο γεγονότα που θεωρήθηκαν καθοριστικά για την πορεία προς τη διάλυση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη φωτίστηκαν στο τέταρτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά. Πρόκειται για τη δολοφονία του Βρετανού ταξιάρχου Στίβεν Σόντερς, αλλά και για την εμφάνιση ενός μυστηριώδους προσώπου που έγινε γνωστό ως «κύριος Χ.» ή «Κίτσος». Η δράση της οργάνωσης, που σφράγισε την περίοδο της Μεταπολίτευσης, έφτασε στο τέλος της έπειτα από την έκρηξη στον Πειραιά τον Ιούνιο του 2002.
Ο άνθρωπος που παρουσιάστηκε ως «κύριος Χ.» ήταν εκείνος που επιδίωξε να επικοινωνήσει με τον τότε υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, με τον οποίο πραγματοποίησε επανειλημμένες συναντήσεις. Στις συζητήσεις αυτές μετέφερε κρίσιμες πληροφορίες για τη λειτουργία και τη δομή της οργάνωσης. Επρόκειτο για πρόσωπο με μακρά παρουσία στον χώρο της εγχώριας τρομοκρατίας. Παρότι δεν κατονόμασε ποτέ συγκεκριμένα πρόσωπα, «ήξερε πολλά, ήξερε πώς λειτουργούσε το δίκτυο αλλά πίστευε πια ότι ήταν αδιέξοδο».
Την ίδια στιγμή, στους κόλπους των υπηρεσιών ασφαλείας υπήρχε εδώ και χρόνια μια επίμονη υποψία γύρω από το όνομα του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Το όνομά του ακουγόταν «ψιθυριστά» πολύ πριν αποκαλυφθεί η δράση της οργάνωσης. Η τελική σύνδεση προέκυψε έπειτα από την προσεκτική μελέτη των προκηρύξεων της 17 Νοέμβρη. Από το ύφος και το περιεχόμενό τους προέκυπτε ότι ο συντάκτης διέθετε υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ισχυρή επιρροή από τη γαλλική παιδεία και παρελθόν με αντιστασιακή δράση.
«Καναμε ένα παιχνίδι», θυμήθηκε ο Φώτης Νασιάκος περιγράφοντας μια συνάντηση στο υπουργείο, στην οποία συμμετείχαν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και εκπρόσωπος των βρετανικών υπηρεσιών. Βρισκόταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2001, όταν πρότεινε στον Βρετανό να γράψουν σε ένα χαρτί το όνομα εκείνου που θεωρούσαν επικεφαλής της 17 Νοέμβρη. Ο ένας σημείωσε το όνομα Αλέξανδρος Γιωτόπουλος και ο άλλος εκείνο του αρχηγού της ΛΕΑ, μιας οργάνωσης που είχε δράσει την περίοδο της δικτατορίας. Στην ουσία μιλούσαν για το ίδιο πρόσωπο. Την ίδια εποχή, οι γαλλικές αρχές είχαν εντοπίσει και φωτογραφία του Γιωτόπουλου, ενώ οι ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών ενημερώνονταν ότι είχε λάβει εκπαίδευση στην Κούβα.
Ακολούθησαν κινήσεις σε πολλά μέτωπα. Ο πρέσβης Αποστολίδης ταξίδεψε στην Αβάνα, ενώ ο αξιωματικός της Αντιτρομοκρατικής Φώτης Παπαγεωργίου ανέλαβε να εντοπίσει συγγενικά πρόσωπα του Γιωτόπουλου στην Αθήνα. Εντόπισε την αδελφή του, ωστόσο κανείς από το περιβάλλον του δεν ήταν διατεθειμένος να μιλήσει. «Φτάσαμε να παρακολοθούμε και όλα τα περίπτερα που πουλούσαν γαλλικές εφημερίδες. Αλλά και πάλι, δεν πήγαινε εκεί, πήγαινε στον Ελευθερουδάκη...», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, από την επανεξέταση αρχείων των αμερικανικών υπηρεσιών προέκυψε και ένα ακόμη όνομα, εκείνο του Βασίλη Τζωρτζάτου. Είχε στο παρελθόν συλληφθεί και οδηγηθεί στην Αντιτρομοκρατική για απόπειρα επίθεσης εναντίον Αμερικανού. «Οταν προσήχθη ο Τζωρτζάτος», σημείωσε ο κ. Χρυσοχοΐδης, «άρχισαν οι φωνές για σκευωρίες, τον άφησε ελεύθερο η ΕΛΑΣ».
Στο βιβλίο του, όπου αναφέρεται στη δράση της 17 Νοέμβρη, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης κάνει λόγο και για τον «κύριο Χ.». Παρότι το πρόσωπο αυτό είχε εμφανιστεί μετά τη δολοφονία Σόντερς μεταφέροντας κρίσιμες πληροφορίες, η ταυτότητά του δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Οι επαφές του με τον υπουργό ήταν συνεχείς, ενώ συζητούσε συχνά και με τον μετέπειτα αρχηγό της ΕΛΑΣ Φώτη Νασιάκο, ο οποίος τον αποκαλούσε «Κίτσο».
Την ίδια περίοδο, ένας Αμερικανός πράκτορας αναζήτησε επαφές με παλιούς συνεργάτες του Γιωτόπουλου στη Γαλλία. Εκεί εντόπισε τον Βίκτωρα Αναγνωστόπουλο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της συζήτησης άρχισε να αναφέρεται στον επικεφαλής της 17 Νοέμβρη. «Αρχισε να μου μιλάει για τον αρχηγό της 17 Ν. Αρχισε να λέει στοιχεία, για τον πατέρα του, που ήταν ιστορικό στέλεχος της “ανορθόδοξης” Αριστεράς. Κατάλαβα ότι μιλούσε για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο».
Καθοριστική αποδείχθηκε και η εμπλοκή των βρετανικών αρχών μετά τη δολοφονία Σόντερς. Η παρουσία τους ενίσχυσε την προσπάθεια συλλογής πληροφοριών, ενώ επιδίωξαν να κινητοποιήσουν και την κοινή γνώμη εναντίον της τρομοκρατίας. Όπως ανέφερε ο πρώην αξιωματικός της Αντιτρομοκρατικής στη Βρετανία Ντάνκαν Τζάρεντ, «οι κοινωνίες νικούν την τρομοκρατία, είπαμε στην κοινωνία ότι χρειαζόμασταν βοήθεια».
Οι Βρετανοί εντόπισαν γρήγορα και αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο είχαν κινηθεί οι ελληνικές αρχές. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό ήταν ότι μόνο όταν το όχημα μέσα στο οποίο δολοφονήθηκε ο Σόντερς μεταφέρθηκε στην αυλή του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη διαπιστώθηκε μια οπή από πολεμικό τυφέκιο. Οι δράστες το είχαν χρησιμοποιήσει θεωρώντας πως το αυτοκίνητο ήταν θωρακισμένο.
Μία εβδομάδα μετά τη δολοφονία, οι Βρετανοί μετέφεραν το όχημα στον τόπο της επίθεσης και επιχείρησαν να ανασυνθέσουν τις κινήσεις των δραστών. Ζήτησαν από οδηγούς που περνούσαν καθημερινά από τη λεωφόρο Κηφισίας να θυμηθούν ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, ενώ μοιράστηκαν φυλλάδια ενημέρωσης. «Τα μοίρασε αξιωματικός της Σκότλαντ Γιαρντ».
Η κινητοποίηση επεκτάθηκε ακόμη και στην Εκκλησία. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος συμμετείχε σε τελετή σε ορθόδοξη εκκλησία και έξι μήνες αργότερα τέλεσε λειτουργία στη Μητρόπολη στη μνήμη όλων των θυμάτων της τρομοκρατίας. Τότε συγκροτήθηκε για πρώτη φορά η πρωτοβουλία συγγενών θυμάτων «Ως Εδώ», οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στο Σύνταγμα.
Στο μεταξύ, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είχε ζητήσει να συγκεντρωθεί όλη η διαθέσιμη γνώση για τη δράση των τρομοκρατών σε μία αναλυτική έκθεση. Πρόκειται για την περίφημη έκθεση Νασιάκου, τμήμα της οποίας δόθηκε στη δημοσιότητα με στόχο να αυξηθεί η πίεση προς τα μέλη της οργάνωσης «και να κάνουν ένα λάθος».
Οι εξελίξεις πλέον έτρεχαν. Το βράδυ της 29ης Ιουνίου 2002 σημειώθηκε η έκρηξη στον Πειραιά, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για την τελική εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες, η προετοιμασία είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ο Φώτης Νασιάκος περιέγραφε εκείνη την επιχείρηση ως την «απόβαση στη Νορμανδία της τρομοκρατίας», μια προσπάθεια που βασίστηκε στη στενή συνεργασία τεσσάρων βασικών προσώπων. Του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, του Φώτη Νασιάκου, του εισαγγελέα Ιωάννη Διώτη και του τότε διοικητή της Αντιτρομοκρατικής Στέλιου Σύρρου.