Το Βέλγιο σπάει τα ταμπού στις σχέσεις με τη Ρωσία, βάζοντας ανοιχτά στο τραπέζι αυτό που πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες συζητούν μόνο πίσω από κλειστές πόρτες: μια «επιστροφή στην κανονικότητα» με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στο όνομα της φθηνής ενέργειας και της οικονομικής ανάσας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ, ηγέτης της δεξιάς φλαμανδικής εθνικιστικής παράταξης, κάλεσε την ΕΕ να «ομαλοποιήσει τις σχέσεις με τη Ρωσία» και να ανακτήσει πρόσβαση στο φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, κόντρα στη γραμμή της «μέγιστης στήριξης» προς την Ουκρανία που έχει χαράξει η Ένωση από το 2022. Υποστήριξε ότι η στρατηγική των ευρωπαϊκών κυρώσεων και της στρατιωτικής βοήθειας στο Κίεβο δεν είναι βιώσιμη χωρίς την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ, προτείνοντας πως «μόνο μία μέθοδος απομένει: να γίνει μια συμφωνία» με τον Πούτιν. «Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν μαζί μου κατ’ ιδίαν, αλλά κανείς δεν τολμά να το πει δημόσια», σημείωσε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως η φωνή της «σιωπηρής πλειοψηφίας» εντός των Βρυξελλών.

Βέλγιο, Πούτιν και η «κανονικοποίηση» που διχάζει την Ευρώπη

Η παρέμβαση του ντε Βέβερ έρχεται σε μια στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται ξανά υπό ενεργειακή πίεση, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν στη Μέση Ανατολή έχει εκτινάξει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για νέο κύμα ακρίβειας. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ έκοψε σταδιακά τη «σωλήνα» από τη Μόσχα, κάνοντας τη διακοπή των ρωσικών εισαγωγών ενέργειας κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της απέναντι στον Πούτιν. Σήμερα όμως, με τους λογαριασμούς να πιέζουν ξανά κοινωνίες και κυβερνήσεις, η ρητορική περί «ρεαλισμού» και «κοινής λογικής» βρίσκει πιο πρόσφορο έδαφος, ιδίως σε χώρες όπως το Βέλγιο που φιλοξενεί τα θεσμικά κέντρα της ΕΕ.

Ο ντε Βέβερ δεν είναι ξένος προς τις ευρω-ρωσικές συγκρούσεις: πέρυσι μπλόκαρε σχέδιο της Κομισιόν, με γερμανική στήριξη, που προέβλεπε την αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων στις βελγικές τράπεζες για τη χρηματοδότηση δανείου προς την Ουκρανία. Τώρα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, αμφισβητώντας ευθέως το δόγμα ότι η ΕΕ μπορεί να πιέσει τον Πούτιν μέσω όπλων και κυρώσεων χωρίς την αμερικανική «ομπρέλα», και προωθώντας την ιδέα μιας ευρωρωσικής «συμφωνίας» που θα τερματίσει τον πόλεμο με όρους που –όπως ισχυρίζεται– θα εξυπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα της Ευρώπης. Ωστόσο, η επίκληση της «μη αφέλειας» απέναντι στον Πούτιν μοιάζει αντιφατική, την ώρα που ο Ρώσος πρόεδρος επιμένει σε μαξιμαλιστικά αιτήματα και δεν δέχεται ούτε καν ευρωπαϊκή παρουσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τις βελγικές δηλώσεις.

Το Βέλγιο ανάμεσα σε Πούτιν και ευρωπαϊκή ενότητα

Οι τοποθετήσεις του Βέλγου πρωθυπουργού προκάλεσαν άμεση πολιτική πυρκαγιά εντός Βελγίου αλλά και ευρύτερα στην ΕΕ. Ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Μαξίμ Πρεβό, από το κεντροαριστερό γαλλόφωνο κόμμα Les Engagés, έσπευσε να πάρει αποστάσεις, υπογραμμίζοντας ότι «διάλογος δεν σημαίνει κανονικοποίηση» και ότι όσο η Ρωσία διατηρεί ακραίες απαιτήσεις και αποκλείει την ευρωπαϊκή παρουσία, η συζήτηση περί ομαλοποίησης «στέλνει μήνυμα αδυναμίας και υπονομεύει την ευρωπαϊκή ενότητα». Τόνισε, επιπλέον, ότι η στήριξη του Βελγίου προς την Ουκρανία παραμένει αμετάβλητη και πως δεν τίθεται θέμα χαλάρωσης των κυρώσεων πριν από οποιαδήποτε πιθανή ειρηνευτική συμφωνία.

Στις Βρυξέλλες, η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία επιδιώκει να κλείσει γρήγορα την πόρτα στις ιδέες επαναφοράς της ρωσικής ενέργειας. Ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, υπενθύμισε ότι η Ένωση έχει ήδη αποφασίσει νομοθετικά, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, να μην εισάγει πλέον ρωσική ενέργεια και διαμήνυσε ότι θα ήταν «λάθος να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος», υποσχόμενος ότι «στο μέλλον δεν θα εισάγουμε ούτε μόριο από τη Ρωσία». Τη στιγμή που οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες για την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι δηλώσεις του Βέλγου πρωθυπουργού λειτουργούν ως stress test για την αντοχή της ευρωπαϊκής γραμμής απέναντι στον Πούτιν και τον πόλεμο που διαρκεί πλέον τέσσερα χρόνια, σύμφωνα με τους Financial Times.

«Φθηνή» ενέργεια, ακριβό μήνυμα προς τον Πούτιν

Η προσπάθεια του Βελγίου να ανοίξει συζήτηση για «επανεκκίνηση» με τον Πούτιν έχει ένα σαφές πολιτικό στίγμα: απευθύνεται σε μια κοινωνία κουρασμένη από τον πόλεμο και την ακρίβεια, έτοιμη να ακούσει προτάσεις για «κοινή λογική» στη διαχείριση της ενέργειας. Όμως εντός της ΕΕ πολλοί φοβούνται ότι οποιοδήποτε μήνυμα «κανονικοποίησης» με τη Μόσχα, πριν υπάρξει βιώσιμη ειρηνευτική λύση και υπαναχώρηση της Ρωσίας από τις μαξιμαλιστικές της απαιτήσεις, θα ερμηνευτεί από τον Πούτιν ως ένδειξη ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ του. Σε μια Ευρώπη που παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια, την κοινωνική σταθερότητα και τη γεωπολιτική αξιοπιστία της, το βελγικό «άνοιγμα» προς τη Ρωσία δεν είναι απλώς μια εσωτερική πολιτική διαφοροποίηση, αλλά ένα κρίσιμο τεστ για το πόσο ενωμένη μπορεί να σταθεί η Δύση απέναντι στον Ρώσο πρόεδρο.