Την εκκίνηση των διαδικασιών αναθεώρησης του Συντάγματος προανήγγειλε σήμερα με μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό ο πρωθυπουργός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε ότι η Νέα Δημοκρατία, ως κυβερνών κόμμα, θα εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, την τροποποίηση του άρθρου 86 που αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών, την άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την ίδρυση και μη κρατικών πανεπιστημίων (άρθρο 16), την καθιέρωση μιας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και τη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Κάλεσε παράλληλα τα κόμματα και τους πολίτες «σε έναν εποικοδομητικό προβληματισμό», τονίζοντας ότι «το ίδιο το Σύνταγμα μας επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις». Πώς όμως αλλάζει ο υπέρτατος νόμος της χώρας μας; Για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί τη σημαντικότερη θεσμική διαδικασία, καθώς μέσα από αυτήν επαναπροσδιορίζονται τα όρια της κρατικής εξουσίας και οι θεμελιώδεις κανόνες λειτουργίας του πολιτεύματος. Πρόκειται για μια σύνθετη και αυστηρά οριοθετημένη κοινοβουλευτική πορεία, η οποία στηρίζεται στη διακομματική συναίνεση (γι’ αυτό και τη ζήτησε ο κ. Μητσοτάκης στο μήνυμά του) και εξελίσσεται υποχρεωτικά σε δύο διακριτές φάσεις που εκτείνονται σε δύο διαφορετικές κοινοβουλευτικές περιόδους, σε δύο δηλαδή διαφορετικές Βουλές, καθεμία εκ των οποίων προκύπτει μετά από εθνικές εκλογές.
Η αφετηρία της διαδικασίας τοποθετείται λοιπόν στην παρούσα Βουλή, στο Κοινοβούλιο υπό την παρούσα σύνθεση. Σύμφωνα με το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, τουλάχιστον 50 βουλευτές (εν προκειμένω θα το κάνουν τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας) θα πρέπει να καταθέσουν πρόταση για την ανάγκη αναθεώρησης, προκειμένου να τεθεί το ζήτημα προς συζήτηση. Η Βουλή καλείται στη συνέχεια να αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αλλαγή του Συντάγματος, απόφαση που απαιτεί κατ’ ελάχιστον 151 ψήφους για να θεωρηθεί έγκυρη και να ανοίξει επίσημα τον δρόμο της αναθεώρησης.
Στο πρώτο αυτό στάδιο, το Κοινοβούλιο δεν επεξεργάζεται το νέο περιεχόμενο των διατάξεων, αλλά καθορίζει αποκλειστικά και μόνο ποια άρθρα θα τεθούν υπό αναθεώρηση. Για να «κλειδώσουν» οι συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις, απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες.
Συγκεκριμένα, προβλέπονται δύο διαδοχικές ψηφοφορίες, οι οποίες πρέπει να απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα και να συγκεντρώσουν η καθεμία τη στήριξη των τριών πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή 180 ψήφους. Σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας είναι ότι σε αυτή τη φάση δεν απαιτείται συμφωνία επί του τελικού κειμένου των αλλαγών, αλλά μόνο επί της ανάγκης αναθεώρησης των συγκεκριμένων άρθρων. Να συμφωνήσουν δηλαδή τουλάχιστον 180 βουλευτές πως «ναι, θα πρέπει να αλλαχθούν τα συγκεκριμένα άρθρα που θα αποφασιστεί».
Με την επίτευξη αυτής της αυξημένης πλειοψηφίας, η σημερινή Βουλή δεσμεύει την επόμενη, η οποία θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές. Η νέα Βουλή αποκτά τον χαρακτήρα της αναθεωρητικής, με ρητή υποχρέωση να προχωρήσει σε αλλαγές μόνο στα άρθρα που έχουν ήδη προσδιοριστεί από την τωρινή Βουλή. Δεν έχει, ωστόσο, τη δυνατότητα να διευρύνει τον κατάλογο των αναθεωρητέων διατάξεων ή να προσθέσει νέα ζητήματα.
Με την έναρξη της πρώτης συνόδου της αναθεωρητικής Βουλής (αυτή που θα προκύψει δηλαδή στις επόμενες εκλογές που θεωρητικά θα διεξαχθούν μέσα του 2027), ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου συγκροτεί Ειδική Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος. Αποστολή της Επιτροπής είναι να επεξεργαστεί αναλυτικά το περιεχόμενο των διατάξεων που έχουν τεθεί υπό αναθεώρηση, στη βάση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί από το προηγούμενο Κοινοβούλιο.
Στο δεύτερο και καθοριστικό στάδιο της διαδικασίας, η Αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει πλέον για το οριστικό περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών. Το όριο των απαιτούμενων ψήφων εξαρτάται άμεσα από το είδος της πλειοψηφίας που είχε επιτευχθεί στην πρώτη φάση. Αν η ανάγκη αναθεώρησης ενός άρθρου είχε εγκριθεί αρχικά με 180 ψήφους στην προηγούμενη Βουλή, τότε οι τελικές αλλαγές μπορούν στην Αναθεωρητική Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, δηλαδή με 151 ψήφους. Αντίθετα, στην περίπτωση που η πρώτη Βουλή είχε περιοριστεί για ένα άρθρο που θα αλλαχθεί στην απλή πλειοψηφία των 151 ψήφων, τότε η Αναθεωρητική Βουλή οφείλει να συγκεντρώσει για το ίδιο άρθρο τουλάχιστον 180 ψήφους, για να ολοκληρώσει την αναθεώρηση και να αλλαχθεί.
Όλη αυτή η διαδικασία αναφέρεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, το οποίο γράφει τα εξής:
«[…] 2. H ανάγκη της αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Bουλής που λαμβάνεται, ύστερα από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα. Mε την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν.
Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Bουλή, η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.
Αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος έλαβε την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επόμενη Bουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της.
Κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος δημοσιεύεται στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως μέσα σε δέκα ημέρες αφότου επιψηφιστεί από τη Bουλή και τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμά της».
Το Σύνταγμα θέτει επίσης χρονικό περιορισμό στη συχνότητα των αναθεωρήσεων, προβλέποντας ρητά ότι δεν επιτρέπεται νέα διαδικασία αναθεώρησης αν δεν έχει παρέλθει πενταετία από την ολοκλήρωση της προηγούμενης. Θα πρέπει να τονιστεί πάντως πως υπάρχουν και διατάξεις στο Σύνταγμά μας, που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση, όσες ψήφους κι αν πάρουν. Είναι εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, καθώς και οι παρακάτω διατάξεις:
Άρθρο 2: (Πρωταρχικές υποχρεώσεις της πολιτείας)
O σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Άρθρο 4: (Ισότητα των Ελλήνων)
Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους.
Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.
Άρθρο 5: (Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία)
Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν καταδιώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.
Άρθρο 13: (Θρησκευτική ελευθερία)
Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
Άρθρο 26: (Διάκριση των εξουσιών)
Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση.
Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού.