Οι αγροτικές κινητοποιήσεις ήταν το βασικό ζήτημα που απασχόλησε τη συνέντευξη του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάση Κοντογεώργη, στο ΕΡΤnews radio 105,8.

Ξεκινώντας από την επικείμενη συνάντηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και των αγροτοσυνδικαλιστών αύριο, Τρίτη 13 Ιανουαρίου, στο Μέγαρο Μαξίμου, ο υφυπουργός, αφού παρατήρησε εν πρώτοις ότι «δεν υπήρξε συναίνεση μεταξύ όλων των μπλόκων ως προς την κοινή εκπροσώπηση», ανέφερε ότι «ο πρωθυπουργός είναι διατεθειμένος να αφιερώσει όσο χρόνο χρειαστεί, προκειμένου να συναντηθεί με τις δύο ομάδες». Δεν μπορεί, πάντως, «οι συναντήσεις αυτές να είναι… γενικές συνελεύσεις, για αυτό είπαμε ότι πρέπει να υπάρχει ένας συγκεκριμένος, λειτουργικός αριθμός εκπροσώπων, οπότε είπαμε να γίνουν δύο διαδοχικές συναντήσεις καλή τη πίστει», πρόσθεσε.

Από εκεί και πέρα εξειδίκευσε ως προς τα αιτήματά του, υπό τη γενική παρατήρηση, ότι στον πυρήνα των μέτρων «η κυβέρνηση έκανε αυτά που μπορούσε». Και πρώτα για το αγροτικό πετρέλαιο: «Αν έχουν αλλάξει οι συνθήκες -μολονότι φαίνεται πολύ λίγοι αγρότες να χρησιμοποιούν όλο το πλαφόν στο πετρέλαιο- και πρέπει να διαφοροποιηθεί σε κάποιες καλλιέργειες, είμαστε εδώ για να το συζητήσουμε». Θύμισε, δε, ότι το 2016 είχε καταργηθεί η επιστροφή φόρου, το 2022 η κυβέρνηση της ΝΔ έφερε 50%, το 2025 100%, φέτος 150% και τώρα συζητάει να δίνεται η έκπτωση στην αντλία.

Για το αγροτικό ηλεκτρικό ρεύμα τόνισε: «Το 87%, σχεδόν το 88% των αγροτικών παροχών δεν έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές και εξυπηρετούνται αυτήν τη στιγμή από ένα τιμολόγιο που είναι στα 9,3 και θα πάει στα 8,5 ευρώ». Με την ταυτόχρονη υποσημείωση ότι θα υπάρξει πρόβλεψη για εκείνους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές αλλά είναι μέσα στο πρόγραμμα «ΓΑΙΑ». Και, επικαλούμενος τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη, ο κ. Κοντογεώργης δήλωσε ότι «δεν μπορούμε να πάμε πιο κάτω από αυτά που έχουμε ανακοινώσει».

Η κυβέρνηση ασφαλώς καταλαβαίνει «τις ιδιαιτερότητες στον αγροτικό τομέα αλλά αυτά είναι τα περιθώρια», συμπλήρωσε αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι «ήταν μια δύσκολη χρονιά» για τον αγροτικό κόσμο. Υπάρχει, εν κατακλείδι, «απόλυτη κατανόηση ως προς τα αιτήματα» και, τέλος, «προσερχόμαστε καλή τη πίστει και με ειλικρινή διάθεση να δούμε πώς τα μέτρα θα εφαρμοσθούν καλύτερα».

Ειδικά για τη Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur, επιχειρηματολόγησε ότι «η χώρα μας την ψήφισε γιατί θεωρούμε ότι έχει θετικά στοιχεία για τον αγροτικό κόσμο, τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και δη τις αγροτικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Διανοίγονται ευκαιρίες σε μια αγορά 270, περίπου 300 εκατ. καταναλωτών. Αυτήν τη στιγμή οι εξαγωγές μας σε αγροτικά προϊόντα είναι μόνο 34 εκατ. αλλά οι εισαγωγές υπερβαίνουν τα 600, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο». Διαβεβαιώνοντας ότι υπάρχουν όλες οι δικλίδες ασφαλείας, αν χρειασθεί, με περιορισμούς, δασμούς κ.ά. μέτρα, επανέλαβε πως «το άνοιγμα σε μια τέτοια αγορά είναι σημαντικό και για την ΕΕ και για τη χώρα μας».

Όμως, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ έκανε και μία παρατήρηση για τη στάση των κομμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των ευρωβουλευτών. Όπως επεσήμανε, «όλες οι πολιτικές ομάδες πλην της Αριστεράς και της Άκρας Δεξιάς ψήφισαν (σσ τη Συμφωνία), δηλαδή (την ψήφισαν) οι Πράσινοι, οι Σοσιαλδημοκράτες, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό κόμμα, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί Μεταρρυθμιστές. Από όλες τις χώρες μόνο οι δικοί μας ευρωβουλευτές δεν ψήφισαν».