Για ορισμένους ανθρώπους, τα φάρμακα GLP-1 φαίνεται πως αλλάζουν πολλά περισσότερα από την όρεξη. Κάποιοι αναφέρουν ότι αισθάνονται πιο ήρεμοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ενώ άλλοι περιγράφουν ένα είδος «γκρίζου σύννεφου» που μοιάζει να απλώνεται πάνω από την καθημερινή ζωή. Το διαδίκτυο, όπως συχνά συμβαίνει, έδωσε σε αυτό το φαινόμενο ένα viral όνομα: «προσωπικότητα Ozempic».
Ο όρος άρχισε να συζητείται ευρύτερα μετά από δημοσιεύματα που ανέδειξαν αναφορές συναισθηματικών επιπτώσεων σε ορισμένους χρήστες GLP-1. Όμως παρά τον «ελκυστικούς» και «εντυπωσιακούς» τίτλους, η αποκαλούμενη «προσωπικότητα Ozempic» δεν αποτελεί ιατρική διάγνωση. Αυτό που περιγράφεται συχνά έχει λιγότερη σχέση με την προσωπικότητα και περισσότερη με το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου.
Ορισμένοι χρήστες λένε ότι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για πράγματα που κάποτε απολάμβαναν: το φαγητό, προφανώς, αλλά και την κοινωνική ζωή, το σεξ, το αλκοόλ ή ακόμη και αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές. Η έρευνα εξετάζει όλο και περισσότερο το πώς τα φάρμακα GLP-1 επηρεάζουν τα συστήματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, γεγονός που καθιστά αυτές τις εμπειρίες επιστημονικά πιθανές.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, στην πραγματικότητα; Μπορούν τα φάρμακα απώλειας βάρους να επηρεάσουν πράγματι τη διάθεση; Ειδικοί στο Yahoo Life δίνουν τις απαντήσεις με βάση τα επιστημονικά δεδομένα…
Τι είναι η «προσωπικότητα Ozempic»
Η «προσωπικότητα Ozempic» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ακόμη όρος των social media που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αλλαγές στη διάθεση και τη συμπεριφορά, τις οποίες αναφέρουν ορισμένοι άνθρωποι που λαμβάνουν φάρμακα GLP-1, όπως η σεμαγλουτίδη ή η τιρζεπατίδη.
Οι περισσότερες περιγραφές δεν αφορούν θεαματικές αλλαγές προσωπικότητας, αλλά μεταβολές κυρίως στο σύστημα της ανταμοιβή, το κίνητρο και την απόλαυση. Σύμφωνα με ειδικούς, ορισμένοι ασθενείς έχουν αναφέρει συμπτώματα όπως «θολούρα» στο εγκεφάλου, κόπωση, μειωμένη ευχαρίστηση από δραστηριότητες που παλαιότερα θεωρούνταν ανταποδοτικές, συναισθηματικό «μούδιασμα» ή αίσθηση μιας «επίπεδης» διάθεσης.
Στις διαδικτυακές συζητήσεις, χρήστες έχουν επίσης αναφέρει άγχος, μειωμένο κίνητρο, χαμηλότερη λίμπιντο και την αίσθηση ότι «δεν είναι ο εαυτός τους».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κόπωση αναφέρεται ως πιθανή παρενέργεια στις πληροφορίες συνταγογράφησης ορισμένων φαρμάκων αυτής της κατηγορίας. Αντίθετα, η ανηδονία, το συναισθηματικό μούδιασμα και η λεγόμενη «προσωπικότητα Ozempic» δεν περιλαμβάνονται σήμερα στις επίσημα καταγεγραμμένες παρενέργειες από τους παρασκευαστές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπειρίες που περιγράφουν οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικές. Οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να κατανοήσουν αν και πώς τα φάρμακα GLP-1 επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά. Αν κάποιος παρατηρεί αλλαγές που τον ανησυχούν, θα πρέπει να τις συζητήσει με τον γιατρό του, ώστε να αξιολογηθούν και εάν κριθεί απαραίτητο να γίνει η επίσημη αναφορά και καταγραφή.
Είναι πραγματικό φαινόμενο η «προσωπικότητα Ozempic»;
Οι ειδικοί απαντούν ότι, κατά κάποιον τρόπο, το φαινόμενο είναι υπαρκτό, αλλά όχι με τον τρόπο που υπονοεί ο όρος, δηλαδή με αλλαγή «προσωπικότητας». Η προσωπικότητα αναφέρεται σε σχετικά σταθερά χαρακτηριστικά, όπως ο νευρωτισμός, η εξωστρέφεια και η ευσυνειδησία και δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τα φάρμακα GLP-1 αλλάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά.
Οι αλλαγές που αναφέρουν ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται πιθανότερο να αντανακλούν μεταβολές στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται στις ανταμοιβές. Μια πιο επιστημονικά ακριβής ερμηνεία είναι ότι ορισμένα άτομα μπορεί να βιώνουν αλλαγή στη σημασία που αποδίδει ο εγκέφαλος σε ανταμοιβές ή σε ερεθίσματα που κινητοποιούν μια συμπεριφορά.
Με απλά λόγια, για ορισμένους ανθρώπους, ανταμοιβές όπως το αλκοόλ, το ατελείωτο σκρολάρισμα, οι αγορές ή το σεξ μπορεί να γίνονται λιγότερο ελκυστικές και να καταλαμβάνουν λιγότερο χώρο στη σκέψη τους. Αυτό, όμως, είναι διαφορετικό από μια θεμελιώδη αλλαγή προσωπικότητας και επίσης, έχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα φάρμακα GLP-1 προκαλούν ανηδονία.
Παρόλα αυτά, οι ερευνητές συνεχίζουν να παρακολουθούν στενά πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη μείωση συγκεκριμένων επιθυμιών και στην ευρύτερη αποδυνάμωση του συστήματος ανταμοιβής του εγκεφάλου.
Γιατί τα GLP-1 μπορεί να επηρεάζουν τη διάθεση
Η απάντηση φαίνεται πως είναι ένας συνδυασμός βιολογίας, συμπεριφοράς και προσαρμογής σε μια διαφορετική σχέση με το φαγητό. Οι υποδοχείς GLP-1 δεν βρίσκονται μόνο στο έντερο. Υπάρχουν και σε περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διάθεση, το κίνητρο και την ανταμοιβή. Έτσι, όταν τα εν λόγω φάρμακα αρχίζουν να δρουν, δεν αλλάζουν μόνο το αίσθημα της πείνας. Μπορεί επίσης να επηρεάζουν το τι βιώνεται ως ανταποδοτικό ή ως κίνητρο.
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι που λαμβάνουν GLP-1 αναφέρουν απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που δεν έχουν σχέση με το φαγητό. Για παράδειγμα, άνθρωποι με ιστορικό βαριάς κατανάλωσης αλκοόλ που έλαβαν σεμαγλουτίδη ανέφεραν λιγότερες επιθυμίες για αλκοόλ, ήπιαν λιγότερο όταν κατανάλωσαν αλκοόλ και είχαν λιγότερα επεισόδια βαριάς κατανάλωσης σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο, σύμφωνα με κλινική δοκιμή του 2025 που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry.
Παρατηρητικές μελέτες δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Μεγαλύτερες μελέτες πραγματικού κόσμου έχουν βρει χαμηλότερα ποσοστά διαταραχών χρήσης ουσιών μεταξύ των χρηστών GLP-1 συνολικά. Τα ευρήματα αυτά είναι συμβατά και με τυχαιοποιημένη δοκιμή του 2026 στο Lancet, στην οποία η σεμαγλουτίδη μείωσε τη βαριά κατανάλωση αλκοόλ σε ανθρώπους με διαταραχή χρήσης αλκοόλ.
Τα στοιχεία θεωρούνται ελπιδοφόρα για την αντιμετώπιση εθισμων, βιολογικά εύλογα και όλο και πιο συνεπή σε διαφορετικές ερευνητικές κατευθύνσεις. Ωστόσο, απαιτούνται μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες δοκιμές προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
Δεν αλλάζει μόνο ο εγκέφαλος, αλλά και ο τρόπος ζωής
Οι πιθανές επιδράσεις στον εγκέφαλο είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Κάποιες εμπειρίες που μπορεί να μοιάζουν με παρενέργειες ενδέχεται στην πραγματικότητα να αντανακλούν την προσαρμογή του σώματος και του μυαλού σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
Για ορισμένους ανθρώπους, η κατανάλωση πολύ λιγότερων θερμίδων από όσες είχαν συνηθίσει μπορεί να συμβάλει στην κόπωση και στη χαμηλή διάθεση. Η ταχεία απώλεια βάρους, ειδικά όταν ξεπερνά περίπου τα 0,7 έως 1,1 κιλά την εβδομάδα, μπορεί από μόνη της να συμβάλει σε ευερεθιστότητα και άλλες συναισθηματικές αλλαγές.
Πολλοί άνθρωποι προσαρμόζονται επίσης σε μια νέα «γραμμή βάσης» της όρεξης. Αυτή η αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο το πόσο τρώνε, αλλά και τις καθημερινές τους ρουτίνες, τους μηχανισμούς αντιμετώπισης του στρες και τη σχέση τους με το φαγητό, το οποίο μπορεί να λειτουργούσε ως «πηγή παρηγοριάς». Το γεγονός πως το φαγητό δεν λειτουργεί πλέον με αυτόν τον τρόπο δεν σημαίνει πως εξαφανίζονται και όσα προκαλούσαν αυτή την ανάγκη.
Έτσι μπορεί να έρχονται στην επιφάνεια συναισθηματικά ζητήματα που προηγουμένως καλύπτονταν από τη χρήση του φαγητού ως τρόπου διαχείρισης της συναισθηματικής δυσφορίας. Για κάποιους, η μείωση της συνεχούς σκέψης γύρω από το φαγητό μοιάζει με ελευθερία. Για άλλους όμως μπορεί να αφήσει ένα απρόσμενο συναισθηματικό κενό.
Ποιοι είναι πιο πιθανό να παρατηρήσουν αλλαγές στη διάθεση
Οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν είναι ακόμη σαφές ποιοι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι σε τέτοιες αλλαγές. Όπως η πρόσφατη γενετική έρευνα βοηθά να εξηγηθεί γιατί περίπου το 10% των χρηστών GLP-1 δεν χάνουν βάρος, έτσι είναι πιθανό γενετικοί και επιγενετικοί παράγοντες να συμβάλλουν στις μεγάλες διαφορές που παρατηρούνται στον ψυχολογικό αντίκτυπο αυτών των θεραπειών.
Παρόλα αυτά, οι γιατροί παρακολουθούν πιο στενά ασθενείς με ορισμένους παράγοντες κινδύνου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται άνθρωποι με ιστορικό μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, άγχους, ΔΕΠΥ ή διατροφικής διαταραχής, καθώς και όσοι έχουν ιστορικό υπερφαγικών επεισοδίων ή χρήσης του φαγητού ως τρόπου αντιμετώπισης του στρες και των συναισθημάτων.
Μεγαλύτερη προσοχή χρειάζονται επίσης όσοι στο παρελθόν είχαν έντονη ανταπόκριση σε αντικαταθλιπτικά ή διεγερτικά φάρμακα, όσοι χάνουν βάρος πολύ γρήγορα ή δεν προσλαμβάνουν αρκετές θερμίδες, καθώς και όσοι περνούν ταυτόχρονα μεγάλες στρεσογόνες ή μεταβατικές περιόδους στη ζωή τους.
Τι να κάνετε αν παρατηρήσετε αλλαγές στη διάθεση
Αν κάποιος αισθάνεται αλλαγή στη διάθεση ενώ λαμβάνει φάρμακο GLP-1, δεν πρέπει να σταματήσει απότομα τη θεραπεία μόνος του. Το πρώτο βήμα είναι η επικοινωνία με τον γιατρό που το έχει συνταγογραφήσει.
Ένα πρακτικό σημείο εκκίνησης είναι να εξεταστεί αν οι αλλαγές σχετίζονται χρονικά με το φάρμακο ή με κάτι άλλο. Οι ειδικοί χρησιμοποιούν μερικές φορές μια δομημένη καταγραφή στον χρόνο, όπου οι αλλαγές στη διάθεση συγκρίνονται με τις αλλαγές στη δόση. Όταν οι αλλαγές εμφανίζονται λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης, είναι πιο πιθανό να σχετίζονται με το φάρμακο.
Επειδή η δόση μπορεί να επηρεάζει τόσο τις παρενέργειες όσο και την ανεκτικότητα, για ορισμένους ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστεί η λεγόμενη «μικροδοσολογία» GLP-1, δηλαδή η λήψη μικρότερων από τις συνηθισμένες δόσεις. Οι ειδικοί, ωστόσο, επισημαίνουν ότι αυτή η προσέγγιση δεν είναι κατάλληλη για όλους και πρέπει να γίνεται μόνο με ιατρική καθοδήγηση.
Εξίσου σημαντικό είναι να ελέγξει κανείς πόσο πραγματικά τρώει. Οι περισσότεροι περιμένουν ότι θα τρώνε λιγότερο με ένα φάρμακο GLP-1. Το πρόβλημα είναι ότι το «λιγότερο» μπορεί εύκολα να γίνει «πολύ λιγότερο από όσο χρειάζεται». Η χρόνια ανεπαρκής πρόσληψη τροφής μπορεί να επηρεάσει τη διάθεση ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση του φαρμάκου στον εγκέφαλο.
Η πρωτεΐνη μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Προκαταρκτική μελέτη που παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την Παχυσαρκία έδειξε ότι το 88% των χρηστών GLP-1 δεν έφτανε τη συνιστώμενη πρόσληψη πρωτεΐνης. Πρόκειται για πρώιμα δεδομένα, αλλά συνάδουν με όσα παρατηρούν οι κλινικοί γιατροί στην πράξη. Η πρωτεΐνη παρέχει αμινοξέα που βοηθούν στην παραγωγή νευροδιαβιβαστών οι οποίοι συμβάλλουν στη ρύθμιση της διάθεσης, όπως η σεροτονίνη.
Αν κάποιος παραλείπει γεύματα και αναρωτιέται γιατί αισθάνεται συναισθηματικά «άδειος» ή επίπεδος, αυτό είναι ένα σημείο από το οποίο μπορεί να ξεκινήσει. Σκόνες ή ροφήματα πρωτεΐνης μπορούν να βοηθήσουν όταν η μειωμένη όρεξη δυσκολεύει την κάλυψη των αναγκών μόνο μέσω της τροφής.
Ο ύπνος είναι επίσης κρίσιμος. Ορισμένες από τις πιο συχνές παρενέργειες των GLP-1, όπως η ναυτία, η παλινδρόμηση και οι αλλαγές στις κενώσεις, μπορεί να διαταράξουν τον ύπνο. Ο κακός ύπνος με τη σειρά του μπορεί να επιδεινώσει το άγχος, την ευερεθιστότητα και τη χαμηλή διάθεση. Αν ο ύπνος γίνεται πρόβλημα, πρέπει να συζητηθεί με τον γιατρό, καθώς αλλαγές στον χρόνο λήψης ή στη δόση μπορεί να βοηθήσουν.
Η άσκηση μπορεί επίσης να υποστηρίξει τη διάθεση. Η γυμναστική βοηθά να μην «κολλήσει» ο μεταβολισμός και συμβάλλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας κατά την απώλεια βάρους. Παράλληλα, η σωματική δραστηριότητα συνδέεται με την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη. Ακόμη και 10 έως 15 λεπτά ήπιας άσκησης, όπως ένας περίπατος ή μια βόλτα με ποδήλατο, μπορούν να αποτελέσουν ένα καλό ξεκίνημα.
Οι ειδικοί τονίζουν επίσης ότι η ψυχολογική υποστήριξη δεν πρέπει να καθυστερεί. Δεν υπάρχει σήμερα επίσημη σύσταση που να απαιτεί ψυχολογική παρακολούθηση παράλληλα με τη συνταγογράφηση GLP-1. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό ενδέχεται να αλλάξει στο μέλλον, με τρόπο αντίστοιχο με ό,τι συμβαίνει στη βαριατρική χειρουργική, όπου η επαφή με ψυχολόγο ή ψυχίατρο εντάσσεται συχνά στη διαδικασία.
Στην πράξη, έχουν παρατηρηθεί πολύ διαφορετικές αντιδράσεις: από ανθρώπους που εμφάνισαν κρίσεις πανικού την πρώτη εβδομάδα της θεραπείας έως άλλους που ένιωσαν πιο ελεύθεροι από ό,τι είχαν νιώσει εδώ και χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η υποστήριξη από κάποιον που κατανοεί πώς αυτά τα φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν τον εγκέφαλο μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να καταλάβει καλύτερα τι βιώνει.
Προκαλούν τα φάρμακα GLP-1 κατάθλιψη ή άγχος;
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν ότι τα φάρμακα GLP-1 προκαλούν άμεσα κατάθλιψη ή άγχος. Μετα-ανάλυση του 2025 στο JAMA Psychiatry, η οποία περιέλαβε 80 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές με περισσότερους από 107.000 συμμετέχοντες, δεν βρήκε αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικών ανεπιθύμητων ενεργειών μεταξύ χρηστών GLP-1 σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Τα ευρήματα θεωρήθηκαν αρκετά καθησυχαστικά ώστε, τον Ιανουάριο του 2026, αποφασίστηκε από τους αρμόδιους φορείς να αφαιρεθεί η αναφορά για αυτοκτονικό ιδεασμό και συμπεριφορά από τις ετικέτες ορισμένων φαρμάκων GLP-1, μετά από αξιολόγηση των διαθέσιμων δεδομένων.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας σημαντικός περιορισμός: οι δοκιμές είχαν αποκλείσει άτομα με σοβαρές προϋπάρχουσες ψυχιατρικές καταστάσεις. Επομένως, τα ευρήματα μπορεί να μην ισχύουν για όλους. Οι αρχές συνεχίζουν να παρακολουθούν τα φάρμακα GLP-1 για πιθανά σήματα ψυχιατρικής ασφάλειας.
Γενικά, το άγχος και η κατάθλιψη γενικά δεν αποτελούν λόγο αποκλεισμού από τη λήψη φαρμάκων GLP-1. Ωστόσο, ο γιατρός που τα συνταγογραφεί πρέπει να γνωρίζει οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή, παρούσα ή προηγούμενη, πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως παρατηρητική μελέτη του 2026 σε σχεδόν 95.500 ανθρώπους στη Σουηδία, οι οποίοι είχαν ήδη κατάθλιψη, άγχος ή και τα δύο, διαπίστωσε ότι οι χρήστες σεμαγλουτίδης είχαν μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων, αυτοτραυματισμό και άλλα σοβαρά αποτελέσματα ψυχικής υγείας. Η μελέτη δεν απέδειξε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, αλλά προστίθεται σε ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών που δείχνει ότι τα GLP-1 μπορεί να έχουν επιδράσεις πέρα από την όρεξη και την απώλεια βάρους.