Για την ιδιαίτερη συμπεριφορά που παρουσίασε η φωτιά στην Οινόη Αττικής μίλησε το πρωί της Δευτέρας 6/7 ο πυρομετεωρολόγος – ερευνητής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Θεόδωρος Γιάνναρος. Όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά, «η πυρκαγιά εμφάνισε παροδικά πυροεπαγωγική συμπεριφορά, δηλαδή ανέπτυξε τέτοια ένταση, ώστε να δημιουργεί τον δικό της καιρό».
«Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αποτελεί ένδειξη ότι μια πυρκαγιά εκδηλώνει, κατά περιόδους, ακραία συμπεριφορά, καθώς αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει η ίδια τις τοπικές καιρικές συνθήκες», διευκρίνισε.
Ο Θεόδωρος Γιάνναρος σημείωσε επίσης ότι η ένταση της πυρκαγιάς ήταν τέτοια ώστε να παράγει πολύ μεγάλα ποσά θερμότητας. «Η θερμότητα αυτή θερμαίνει τον αέρα, ο οποίος ανέρχεται κατακόρυφα, ενώ η παρουσία υγρασίας στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας ενισχύει ακόμα περισσότερο την ανοδική κίνηση», εξήγησε.
«Αποτέλεσμα είναι ο σχηματισμός χαρακτηριστικών λευκών νεφών στην κορυφή της στήλης καπνού, γνωστών ως πυρονέφη (pyrocumulus), γεγονός που δείχνει ότι η πυρκαγιά έχει αρχίσει να δημιουργεί τον δικό της καιρό», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις για τις δυνάμεις που επιχειρούν στο μέτωπο, καθώς μπορεί να προκαλέσει πολύ ισχυρότερους ανέμους από εκείνους που προβλέπονται στις γενικές μετεωρολογικές προγνώσεις. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να εμφανιστούν και φαινόμενα όπως η δημιουργία πυροστροβίλων.
Επίσης ο κ. Γιάνναρος διευκρίνισε ότι τέτοια φαινόμενα δεν εκδηλώνονται σε κάθε πυρκαγιά, ωστόσο η πυροεπαγωγική συμπεριφορά αποτελεί σαφή δείκτη ότι η φωτιά παρουσιάζει κατά διαστήματα ακραία δυναμική.

Διαφορετική η περίπτωση στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης
Εστιάζοντας στην πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, ο ερευνητής υπογράμμισε ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό συμβάν από εκείνο της Οινόης.
Όπως εξήγησε, η μεγαλύτερη πρόκληση στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης δεν αφορούσε τόσο τις πυρομετεωρολογικές συνθήκες, όσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής. Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε σε έκταση με χαμηλή βλάστηση και διάσπαρτες ρεματιές με ψηλότερα δέντρα, ενώ στην ίδια περιοχή βρίσκονται οικισμοί, βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις.
«Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει συνεχής εναλλαγή μεταξύ δασικής πυρκαγιάς και πυρκαγιάς που επηρέαζε βιομηχανικούς και αστικούς χώρους, γεγονός που αύξησε σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας της διαχείρισης του περιστατικού», σημείωσε.
Σε ό,τι αφορά το τοξικό νέφος που δημιουργήθηκε, ο Θεόδωρος Γιάνναρος ανέφερε ότι μεταφέρθηκε κυρίως πάνω από την περιοχή της Θεσσαλονίκης εξαιτίας των βορείων ανέμων που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο, επηρεάζοντας τις περιοχές που βρίσκονταν στην πορεία του.