Νέο κύμα πιέσεων στην ήδη επιβαρυμένη αγορά κατοικίας προκαλεί η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς η άνοδος στο ενεργειακό κόστος και οι αναταράξεις στις διεθνείς μεταφορές περνούν πλέον άμεσα στις τιμές των οικοδομικών υλικών, ακριβαίνοντας την κατασκευή και ανακαίνιση κατοικιών.
Η νέα γεωπολιτική ένταση στην περιοχή έχει επαναφέρει ισχυρή μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και ενέργειας, με την ανησυχία για την ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών να επηρεάζει το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και προϊόντων. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι κάθε νέα αναταραχή στη Μέση Ανατολή μεταφέρεται πλέον σχεδόν αυτόματα στην οικοδομή, μέσω της ενέργειας, των καυσίμων και των logistics.
Η εικόνα αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Υλικών Κατασκευής Νέων Κτηρίων Κατοικιών αυξήθηκε κατά 3,1% τον Μάρτιο του 2026 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ενώ σε μηνιαία βάση η αύξηση έφτασε το 0,8%.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η εκρηκτική άνοδος στο πετρέλαιο κίνησης κατά 21,9%, εξέλιξη που επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα της οικοδομής. Από τη μεταφορά πρώτων υλών και τη λειτουργία εργοταξίων μέχρι τη διανομή τελικών προϊόντων, το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει πλέον σχεδόν κάθε στάδιο της κατασκευής.
Στελέχη του κατασκευαστικού κλάδου σημειώνουν ότι οι πιέσεις γίνονται εντονότερες λόγω της αβεβαιότητας στις θαλάσσιες μεταφορές και των αυξημένων ναύλων που προκαλεί η κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η ανησυχία για ενδεχόμενες δυσκολίες σε στρατηγικά περάσματα και εμπορικούς δρόμους δημιουργεί πρόσθετο κόστος σε πρώτες ύλες και εισαγόμενα προϊόντα.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται κυρίως σε υλικά που επηρεάζονται άμεσα από την ενέργεια και το μεταφορικό κόστος. Οι χάλκινοι αγωγοί αυξήθηκαν κατά 7,2%, τα κουφώματα αλουμινίου κατά 4,8%, η άμμος λατομείου επίσης κατά 4,8%, ενώ τα τούβλα σημείωσαν άνοδο 4,5%. Το έτοιμο σκυρόδεμα αυξήθηκε κατά 4,1%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και τα πλακίδια, οι σωλήνες, το τσιμέντο και οι ηλιακοί θερμοσίφωνες.

Οι ανατιμήσεις αυτές μετατρέπονται σταδιακά σε νέα στεγαστική πίεση, καθώς αυξάνουν το συνολικό κόστος ανάπτυξης νέων κατοικιών. Κατασκευαστές και επενδυτές μετακυλίουν πλέον μέρος των επιβαρύνσεων στις τελικές τιμές πώλησης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις επανεξετάζονται ή καθυστερούν νέα projects μέχρι να υπάρξει πιο σταθερή εικόνα στην αγορά.
Η επιβάρυνση επηρεάζει και την αγορά ανακαινίσεων, σε μια περίοδο όπου η αξιοποίηση παλαιότερων ακινήτων θεωρείται κρίσιμη για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Επαγγελματίες του κλάδου σημειώνουν ότι εργασίες που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν προσιτές πλέον απαιτούν σημαντικά υψηλότερους προϋπολογισμούς, περιορίζοντας τη δυνατότητα πολλών ιδιοκτητών να προχωρήσουν σε παρεμβάσεις.
Παράλληλα, μειώνεται στην πράξη και η αποτελεσματικότητα προγραμμάτων επιδότησης όπως το «Ανακαινίζω» ή τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, καθώς η ίδια κρατική ενίσχυση καλύπτει πλέον μικρότερο εύρος εργασιών λόγω της ανόδου στις τιμές υλικών και υπηρεσιών.
Η κατάσταση επιβαρύνει περαιτέρω μια αγορά που ήδη αντιμετωπίζει σημαντικό έλλειμμα διαθέσιμων κατοικιών, υψηλά ενοίκια και αυξημένες τιμές αγοράς, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις περιοχές με έντονη επενδυτική δραστηριότητα.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι εάν συνεχιστεί η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και διατηρηθούν οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, δεν αποκλείεται να υπάρξει νέο κύμα ανατιμήσεων μέσα στους επόμενους μήνες.
Όπως επισημαίνουν, δημιουργείται ένας διαρκής φαύλος κύκλος: η κρίση ανεβάζει το ενεργειακό κόστος, αυτό μεταφέρεται στα οικοδομικά υλικά, οι κατασκευές ακριβαίνουν και τελικά η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται ακόμη δυσκολότερη για χιλιάδες νοικοκυριά.