Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Μια διαφορετική εικόνα από αυτή που συνήθως περιγράφεται στη δημόσια συζήτηση για την αγορά εργασίας αποτυπώνει η νέα έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τις δεξιότητες των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Το πρόβλημα, όπως προκύπτει, δεν είναι μόνο ότι οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό με περισσότερα ή διαφορετικά προσόντα. Είναι και ότι μεγάλο μέρος των εργαζομένων δηλώνει πως διαθέτει γνώσεις και δεξιότητες που δεν αξιοποιούνται ουσιαστικά στη θέση εργασίας του.

Η έρευνα δείχνει ότι η αναντιστοιχία ανάμεσα στις σπουδές, τα προσόντα και το πραγματικό αντικείμενο εργασίας παραμένει έντονη στην Ελλάδα, ιδιαίτερα για τους νεότερους εργαζόμενους και για όσους απασχολούνται σε πιο επισφαλείς μορφές εργασίας. Τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους, ποσοστό 42,6%, δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με τη σημερινή δουλειά τους. Την ίδια ώρα, το 44,2% αναφέρει ότι η σύνδεση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν εξετάζονται οι μορφές απασχόλησης. Στους εργαζόμενους με εκ περιτροπής εργασία, το 72,9% δηλώνει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα του δεν έχουν ουσιαστική σχέση με την εργασία του. Αντίστοιχα, στη μερική απασχόληση το ποσοστό φτάνει το 66,2%. Με άλλα λόγια, όσο πιο ασταθής είναι η θέση εργασίας, τόσο πιο πιθανό είναι ο εργαζόμενος να απασχολείται σε αντικείμενο μακριά από αυτά που σπούδασε ή γνωρίζει.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η έρευνα δείχνει ότι η σύνδεση σπουδών και εργασίας επηρεάζει και την απόδοση στην καθημερινή δουλειά. Από όσους δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, το 55,4% αναφέρει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα του είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία του. Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν χαμηλή ανταπόκριση, το 90,1% λέει ότι οι σπουδές του σχετίζονται λίγο ή καθόλου με τη δουλειά του.

Παρά τα παραπάνω, οι εργαζόμενοι δεν εμφανίζονται να θεωρούν ότι υστερούν σε δεξιότητες. Σχεδόν δύο στους τρεις, ποσοστό 65%, δηλώνουν ότι διαθέτουν ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η θέση τους. Σχεδόν τρεις στους δέκα, 29%, θεωρούν ότι έχουν περισσότερες δεξιότητες από όσες χρειάζεται η δουλειά τους, ενώ μόλις το 3,6% εκτιμά ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες.

Εργαζόμενοι

Το εύρημα αυτό αλλάζει την οπτική της συζήτησης. Η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά και πρόβλημα υποαξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού. Για όσους δηλώνουν ότι έχουν περισσότερα προσόντα από αυτά που απαιτεί η θέση τους, ο βασικός λόγος είναι συχνά η ανάγκη για άμεση εργασία. Το 39% αναφέρει ότι ήθελε να βρει γρήγορα δουλειά, ακόμη κι αν η θέση ήταν κατώτερη των προσόντων του. Το 20,8% επέλεξε τη συγκεκριμένη εργασία για λόγους σταθερότητας, ενώ το 20,4% δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες.

Την ίδια στιγμή, η συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει αδύναμος κρίκος. Παρά τη συζήτηση για upskilling, reskilling, ψηφιακές δεξιότητες και τεχνητή νοημοσύνη, το 74,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι δεν παρακολούθησε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης τον τελευταίο χρόνο. Μόνο ένας στους τέσσερις συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα.

Η πρόσβαση στην κατάρτιση δεν είναι ισότιμη. Οι εργαζόμενοι με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και καλύτερες αποδοχές εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες συμμετοχής. Στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου η συμμετοχή φτάνει το 41,4%, ενώ στους αποφοίτους Γυμνασίου περιορίζεται στο 10,5% και στους αποφοίτους Δημοτικού στο 12,3%. Αντίστοιχα, στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια η συμμετοχή κινείται γύρω στο 20%, ενώ στους εργαζόμενους με αποδοχές 1.501 έως 2.000 ευρώ φτάνει το 35,2%.

Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, εμφανίζονται να έχουν μεικτή στάση. Το 36% των εργαζομένων δηλώνει ότι η επιχείρηση όπου εργάζεται δεν υποστηρίζει ουσιαστικά τη συνεχιζόμενη κατάρτιση, ενώ το 57,1% θεωρεί ότι υπάρχει κάποια μορφή στήριξης. Η διαφορά είναι έντονη ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας: στις πολύ μικρές επιχειρήσεις το ποσοστό υποστήριξης είναι 46,2%, ενώ στις μεγάλες επιχειρήσεις φτάνει το 69,8%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι απαντήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη. Παρά τον έντονο δημόσιο διάλογο για τις αλλαγές που φέρνει στην εργασία, μόνο το 24,1% των εργαζομένων θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να γίνουν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητές του μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντίθετα, το 46,6% το θεωρεί λίγο ή καθόλου πιθανό.

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν την ανάγκη αναβάθμισης γνώσεων. Το 48,6% δηλώνει ότι θα ήθελε να βελτιώσει κυρίως τις ψηφιακές του δεξιότητες. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, οι γνωστικές, οι διοικητικές και οργανωτικές, καθώς και οι τεχνικές.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να περιορίζεται σε σεμινάρια και προγράμματα κατάρτισης. Συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των θέσεων εργασίας, τις αμοιβές, την εργασιακή σταθερότητα και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αξιοποιούν το προσωπικό τους.

Γιατί, όπως δείχνουν τα στοιχεία, οι εργαζόμενοι διαθέτουν σημαντικό απόθεμα γνώσεων και εμπειρίας. Το ερώτημα είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί πραγματικά να το αξιοποιήσει.