Έντονες ανησυχίες εκφράζουν μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις απέναντι στους νέους κανόνες προστασίας καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προειδοποιώντας ότι οι αλλαγές ενδέχεται να τις εκθέσουν σε κύμα ομαδικών αγωγών. Πέντε μεγάλες εμπορικές ενώσεις των ΗΠΑ, με επικεφαλής το Εμπορικό Επιμελητήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, απέστειλαν επιστολή νωρίτερα φέτος σε κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας «ενεργή εμπλοκή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σχετικά με τους κανόνες που θα απαιτούν από τις εταιρείες να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα τους δεν ευθύνονται σε περίπτωση που πελάτης ισχυριστεί ότι υπέστη βλάβη.
Οι αλλαγές πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή από τον Δεκέμβριο, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της Οδηγίας της ΕΕ για την Ευθύνη Προϊόντων, και απειλούν να εξελιχθούν σε νέο σημείο έντασης στις διατλαντικές σχέσεις. Η κυβέρνηση Τραμπ ήδη ασκεί πιέσεις προς τις Βρυξέλλες για σειρά κανονισμών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους ψηφιακούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ομάδες πίεσης εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για τους νέους κανόνες προστασίας καταναλωτών σε επιστολή προς τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, υπογραμμίζοντας τις «σημαντικές ανησυχίες» τους για την αναθεώρηση της οδηγίας, η οποία επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής ώστε να περιλαμβάνει και τραυματισμούς που προκαλούνται από ψηφιακά προϊόντα. Όπως ανέφεραν στην επιστολή, την οποία επικαλούνται οι Financial Times, οι νέοι κανόνες «δημιουργούν σημαντικά νέα κόστη και κινδύνους για τις αμερικανικές εταιρείες που επιδιώκουν να εξάγουν καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ευρώπη», καλώντας τον Γκριρ να «θέσει αυτές τις ανησυχίες» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι αμερικανικές επιχειρήσεις υποστήριξαν ακόμη ότι ο Τζέιμισον Γκριρ θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση «πάγωμα» της εφαρμογής της οδηγίας. Ένας επιχειρηματικός παράγοντας δήλωσε ότι οι τεχνολογικοί και φαρμακευτικοί κλάδοι των ΗΠΑ είναι εκείνοι που ασκούν τη μεγαλύτερη πίεση ενάντια στους νέους κανόνες, σημειώνοντας ωστόσο ότι «αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο σε κάθε είδους αμερικανική επιχείρηση που δραστηριοποιείται εκεί, στην Ευρώπη».
Η παρέμβαση αυτή πραγματοποιείται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες εξακολουθούν να προσπαθούν να εφαρμόσουν τη Συμφωνία του Τέρνμπερι του 2025, βάσει της οποίας η ΕΕ μείωσε τους εισαγωγικούς δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα, με αντάλλαγμα την επιβολή δασμού 15% στα προϊόντα που εξάγονται από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ. Οι συνομιλίες μεταξύ των εμπορικών διαπραγματευτών των δύο πλευρών για την οριστικοποίηση των βασικών σημείων της συμφωνίας δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα το βράδυ της Τετάρτης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αιφνιδίασε Ευρωπαίους διπλωμάτες την περασμένη εβδομάδα, όταν απείλησε αιφνιδιαστικά να επαναφέρει τους δασμούς σε αυτοκίνητα και φορτηγά στο 25%, επίπεδο στο οποίο βρίσκονταν πριν από τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί στο γκολφ θέρετρο του Αμερικανού προέδρου στο Τέρνμπερι της Σκωτίας τον περασμένο Ιούλιο.
Μετά από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που ακύρωσε τους αρχικούς δασμούς του Τραμπ, η Ουάσινγκτον ξεκίνησε νέες έρευνες σχετικά με αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ξένων κυβερνήσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να επιβάλουν δασμούς σε σειρά προϊόντων όταν οι έρευνες αυτές ολοκληρωθούν.
Στην επιστολή τους, οι αμερικανικοί επιχειρηματικοί φορείς προειδοποίησαν ότι η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ευθύνη Προϊόντων θα υπονομεύσει «κρίσιμες οικονομικές και στρατηγικές συνεργασίες». Στο επίκεντρο των ανησυχιών των αμερικανικών επιχειρήσεων, ανησυχίες που έχουν εκφράσει και ευρωπαϊκές εταιρείες, βρίσκεται η απόφαση αντιστροφής του βάρους απόδειξης, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες θα θεωρείται ότι υπέστησαν βλάβη, εκτός αν οι κατασκευαστές αποδείξουν ότι το προϊόν τους δεν ευθύνεται.
Η Κρίστεν Κάουφμαν, ανώτερη αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνούς Επιχειρηματικότητας των ΗΠΑ, που εκπροσωπεί περισσότερες από 300 εταιρείες της λίστας Fortune 500 και συνυπέγραψε την επιστολή, δήλωσε ότι η αναθεώρηση γέρνει άδικα την πλάστιγγα υπέρ όσων ζητούν αποζημιώσεις, συχνά μέσω αγωγών που χρηματοδοτούνται από τρίτους. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «σκεφτείτε την περίπτωση όπου ένας ασθενής βλάπτεται από ένα διαγνωστικό εργαλείο με τεχνητή νοημοσύνη. Με τους παλιούς κανόνες, έπρεπε να αποδείξει ότι ένα ελάττωμα προκάλεσε τη βλάβη. Τώρα ο κατασκευαστής πρέπει να αποδείξει ότι το προϊόν δεν ήταν ελαττωματικό, αντί να αποδείξει το θύμα ότι ήταν».
Άλλες αλλαγές στην οδηγία περιλαμβάνουν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής ώστε να καλύπτει ψηφιακά προϊόντα και σχετικές υπηρεσίες, όπως οι ενημερώσεις λογισμικού. Οι αναθεωρήσεις αποσκοπούν, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη δημιουργία ισορροπίας ανάμεσα στα θύματα και τις εταιρείες, ωστόσο νομικοί ειδικοί εκτιμούν ότι οι νέοι κανόνες θα ευνοήσουν τους ενάγοντες.
Η Τζούλια Απόστολ, εταίρος της διεθνούς νομικής εταιρείας Orrick, ανέφερε σε άρθρο της για τις επιπτώσεις των αλλαγών ότι «οι νέοι κανόνες θα καταστήσουν ευκολότερο για τα θύματα να αποδείξουν ότι ένα προϊόν είναι ελαττωματικό».
Το γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση, ενώ εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι η αναθεωρημένη οδηγία «επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη προώθησης της καινοτομίας και της νομικής βεβαιότητας, και στην ανάγκη προστασίας των θυμάτων».