Παρά τη σχετικά υψηλή απορροφητικότητα που εμφανίζει μέχρι στιγμής το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», τα πρώτα σημάδια κόπωσης είναι πλέον ορατά, δημιουργώντας εύλογους προβληματισμούς για το κατά πόσο θα αξιοποιηθούν τελικά στο σύνολό τους οι διαθέσιμοι πόροι. Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, η απορροφητικότητα έχει φτάσει στο 72,35%, ωστόσο η συνέχεια μόνο αυτονόητη δεν θεωρείται.
Το πρόγραμμα, που τέθηκε σε εφαρμογή στις αρχές του 2025, προβλέπει επιδότηση κατά 50% του επιτοκίου στεγαστικών δανείων για αγορά πρώτης κατοικίας, με ανώτατο όριο αξίας τα 190.000 ευρώ. Ήδη έχουν εγκριθεί περίπου 12.000 δάνεια συνολικού ύψους 1,39 δισ. ευρώ, με μέσο ποσό τα 119.000 ευρώ. Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων έχει παραταθεί έως τις 30 Μαΐου, ενώ η εκταμίευση των δανείων πρέπει να ολοκληρωθεί έως τις 30 Αυγούστου, ένα χρονοδιάγραμμα που χαρακτηρίζεται ασφυκτικό από την αγορά.

Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται στη ζήτηση για στεγαστική στήριξη, αλλά στην πραγματική δυνατότητα υλοποίησης των αγορών. Οι συνεχείς αυξήσεις στις τιμές πώλησης κατοικιών, ιδίως σε παλαιότερα ακίνητα που πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος, έχουν δημιουργήσει ένα χρηματοδοτικό κενό που η επιδότηση αδυνατεί να καλύψει. Πολλοί δυνητικοί δικαιούχοι, ενώ αρχικά εντάσσονται στο πρόγραμμα, εγκαταλείπουν τελικά την προσπάθεια, καθώς η ίδια συμμετοχή που απαιτείται ξεπερνά τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν και τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας κοινής γνώμης για την αγορά ακινήτων. Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αναγνωρίζει το στεγαστικό ως ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα, ενώ περισσότεροι από επτά στους δέκα εκτιμούν ότι το «Σπίτι μου 2» συνέβαλε στην περαιτέρω άνοδο των τιμών πώλησης. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στα ενοίκια, όπου η πλειονότητα θεωρεί ότι το πρόγραμμα λειτούργησε ως επιταχυντής αυξήσεων.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών που πληρούν τα κριτήρια στενεύει επικίνδυνα τη δεξαμενή των επιλέξιμων ακινήτων
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών που πληρούν τα κριτήρια –κυρίως λόγω της απαίτησης κατασκευής έως το 2007– στενεύει επικίνδυνα τη δεξαμενή των επιλέξιμων ακινήτων. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται έντονος ανταγωνισμός για λίγα ακίνητα, οδηγώντας σε περαιτέρω ανατιμήσεις και αποθαρρύνοντας τελικά τους ενδιαφερόμενους.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο κίνδυνος απώλειας πόρων καθίσταται πλέον υπαρκτός. Αν σημαντικός αριθμός εγκεκριμένων αιτήσεων δεν καταλήξει σε εκταμίευση έως τη λήξη της προθεσμίας, κονδύλια που έχουν δεσμευθεί για τη στήριξη της στέγασης κινδυνεύουν να μείνουν αδιάθετα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα συνιστούσε όχι μόνο δημοσιονομική αστοχία, αλλά και χαμένη ευκαιρία σε μια περίοδο που το στεγαστικό πρόβλημα οξύνεται.
Το «Σπίτι μου 2» βρίσκεται, έτσι, σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα προσαρμοστεί στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς είτε θα καταγραφεί ως ένα πρόγραμμα με ισχυρή εκκίνηση αλλά περιορισμένο τελικό αποτύπωμα, αφήνοντας πίσω του ανεκμετάλλευτους πόρους και ανεκπλήρωτες προσδοκίες.