Μια νέα διεθνής μελέτη παρέχει για πρώτη φορά αποδείξεις ότι η κοκαΐνη και οι μεταβολίτες της μεταβάλλουν τη συμπεριφορά των ψαριών στο φυσικό τους περιβάλλον. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην παρακολούθηση νεαρών σολομών του Ατλαντικού στη λίμνη Βέττερν της Σουηδίας, με στόχο να κατανοηθεί ο πραγματικός οικολογικός αντίκτυπος της ρύπανσης των υδάτων από ναρκωτικές ουσίες.
Στη μελέτη συμμετείχαν ερευνητές από το πανεπιστήμιο Γκρίφιθ, το σουηδικό πανεπιστήμιο γεωργικών επιστημών, τη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου και το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ για τη Συμπεριφορά των Ζώων. Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που αποδεικνύεται πως η ρύπανση από ναρκωτικά επηρεάζει τη συμπεριφορά άγριων ψαριών στη φύση και όχι μόνο σε ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, περίπου 105 νεαροί σολομοί του Ατλαντικού παρακολουθήθηκαν για οκτώ εβδομάδες στη λίμνη Βέττερν, με τη χρήση ακουστικής τηλεμετρίας και εμφυτευμάτων βραδείας αποδέσμευσης. Τα ψάρια χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: μια ομάδα ελέγχου και δύο ομάδες που εκτέθηκαν είτε σε κοκαΐνη είτε στον συνηθισμένο μεταβολίτη της που εντοπίζεται στα λύματα. Διαπιστώθηκε ότι τα ψάρια που εκτέθηκαν στη βενζοϋλεκγονίνη, το υποπροϊόν που δημιουργείται όταν ο οργανισμός επεξεργάζεται την κοκαΐνη, παρουσίασαν υπερκινητικότητα. Συγκεκριμένα, τα ψάρια αυτά κολυμπούσαν σχεδόν 1,9 φορές μεγαλύτερη απόσταση ανά εβδομάδα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ διασκορπίζονταν έως και 12,3 χιλιόμετρα πιο μακριά μέσα στη λίμνη, ξεπερνώντας κατά πολύ το φυσιολογικό τους εύρος μετακίνησης. Επιπλέον, η υπερκινητική αυτή συμπεριφορά ενισχυόταν όσο προχωρούσε η μελέτη, καταδεικνύοντας μια διαρκή μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο τα ψάρια κινούνται στο περιβάλλον τους.

Δεδομένου ότι η κίνηση αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη δομή των πληθυσμών, τέτοιες αλλαγές που προκαλούνται από τη ρύπανση ενδέχεται να επιφέρουν απρόβλεπτες επιπτώσεις σε ολόκληρα οικοσυστήματα. Όπως δήλωσε ο δρ Μάρκους Μιχελαντζέλι, επίσης συγγραφέας της μελέτης από το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Ποταμών του Πανεπιστημίου Γκρίφιθ, «εάν η ρύπανση αλλάζει αυτά τα πρότυπα, υπάρχει η πιθανότητα να επηρεάσει τα οικοσυστήματα με τρόπους που μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε». Όταν ένας νεαρός σολομός ωθείται από μια χημική διέγερση να κολυμπά πιο γρήγορα και πιο μακριά, εξαντλεί τα πολύτιμα ενεργειακά του αποθέματα, ενδέχεται να εισέλθει σε περιοχές με αυξημένη παρουσία θηρευτών ή να χάσει κρίσιμα περιβαλλοντικά σήματα που είναι απαραίτητα για τη μετανάστευσή του. Η συμπεριφορά ενός μεμονωμένου οργανισμού μπορεί έτσι να διαταράξει τις πολύπλοκες σχέσεις που συγκρατούν την τροφική αλυσίδα.
Η κοκαΐνη δεν καταλήγει στη λίμνη από άμεση απόρριψη, αλλά μέσω μιας πιο συνηθισμένης διαδικασίας, σύμφωνα με το interestingengineering. Οι σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας λυμάτων συχνά αδυνατούν να απομακρύνουν τα μικροσκοπικά κατάλοιπα φαρμάκων και παράνομων ουσιών, με αποτέλεσμα ποτάμια και λίμνες να μετατρέπονται σε ένα χημικό μείγμα που περιλαμβάνει αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά και διεγερτικά. Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης αφορά τη λεγόμενη «παγίδα μεταβολιτών». Συνήθως, οι αξιολογήσεις κινδύνου επικεντρώνονται στην αρχική ουσία, δηλαδή το ίδιο το ναρκωτικό. Ωστόσο, η συγκεκριμένη έρευνα απέδειξε ότι η βενζοϋλεκγονίνη ήταν πιο ισχυρή στην αλλαγή της συμπεριφοράς των ψαριών σε σχέση με την ίδια την κοκαΐνη.
Παρά τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τους ανθρώπους που καταναλώνουν ψάρια, καθώς η μελέτη αφορούσε νεαρά άτομα και οι συγκεκριμένες ουσίες διασπώνται φυσικά με την πάροδο του χρόνου. Όπως σημείωσε ο Μιχελαντζέλι, «η ιδέα ότι η κοκαΐνη επηρεάζει τα ψάρια μπορεί να φαίνεται παράξενη, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η άγρια ζωή εκτίθεται ήδη καθημερινά σε ένα ευρύ φάσμα φαρμάκων που προέρχονται από τον άνθρωπο. Το ασυνήθιστο δεν είναι το πείραμα, αλλά αυτό που ήδη συμβαίνει στα υδάτινα οικοσυστήματα».
Στη συνέχεια, οι ερευνητές σκοπεύουν να εξετάσουν την πλήρη έκταση του φαινομένου, εντοπίζοντας ποια είδη είναι πιο ευάλωτα στη ρύπανση από ναρκωτικές ουσίες. Τελικός στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν αυτά τα πρότυπα υπερκινητικής συμπεριφοράς έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για την επιβίωση και την αναπαραγωγική επιτυχία των ζώων.