Αφορμή για τη συνάντησή μας με τον Ορέστη Τζιόβα ήταν η παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί αυτή την περίοδο, «Το Ψέμα του Μυαλού», του Σαμ Σέπαρντ. Ένα εξαιρετικό έργο της αμερικάνικης δραματουργίας που σπάνια ανεβαίνει στην Ελλάδα.
Ένα βαθύ, εσωτερικό, σκοτεινό και ποιητικό αμερικανικό δράμα που εξετάζει την αγάπη, την παράνοια και την καταστροφή όπως μόνο ο Σέπαρντ ξέρει να κάνει, ισορροπώντας μεταξύ ωμού ρεαλισμού και ποιητικότητας. Άλλωστε, το έργο κινείται ανάμεσα στην τρέλα, τη φαντασία και τη μνήμη, δείχνοντας πώς ο άνθρωπος κατασκευάζει «ψέματα του μυαλού», για να επιβιώσει από τον πόνο. Και μπορεί να γράφτηκε το 1985, όμως, πραγματεύεται ζητήματα που σήμερα είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ.
Ζητήματα που μας έδωσαν την ευκαιρία να μη μείνουμε αυστηρά σε ό,τι έχει να κάνει με την παράσταση -που ρίχνει αυλαία την Κυριακή των Βαΐων-, αλλά να κάνουμε μια ωραία συζήτηση, να μιλήσουμε για πολλά θέματα, με τον Ορέστη Τζιόβα με ειλικρίνεια να μιλάει στο Newsbeast και για πιο προσωπικά ζητήματα, όπως την περίοδο του εθισμού του στις ουσίες, για την επαναστατική του φύση, για τον λόγο που έχει απέχθεια για την εκκλησία και γιατί φοβάται να γίνει πατέρας.
– Τα τραύματα που βιώνει κάποιος στην παιδική του ηλικία τον στιγματίζουν στην ενήλικη ζωή του;
Σαφώς, πολύ δύσκολα θα αποτάξεις τα πράγματα που ως παιδί σε σημάδεψαν.
– Ξέρεις, μπορεί να έχεις βιώσει κάποια πράγματα στην παιδική σου ηλικία και το μυαλό σου, η μνήμη σου, να θέλει να τα σβήσει αυτά. Οπότε, εδώ έρχεται κατά κάποιον τρόπο κι ένα ψέμα του μυαλού; Δηλαδή να μη θέλεις να δεις την αλήθεια;
Νομίζω ναι, ο Σαμ Σέμπαρτ παίζει με αυτή τη λέξη, με τη μνήμη, καθώς η κακοποιημένη της ιστορίας τραυματίζεται στον εγκέφαλο και έχει πρόβλημα με τη μνήμη.
– Τραυματίζεται κατά τη διάρκεια της κακοποίησης;
Ναι και δείχνει ότι έχει θέμα μνήμης. Και παίζει πολύ με τη μνήμη του τραυματισμένου, αλλά και του μη τραυματισμένου. Του τραυματισμένου κοινωνικά και του τραυματισμένου σωματικά.

– Εσύ τι ρόλο έχεις στην παράσταση;
Κάνω τον αδερφό της κακοποιημένης κοπέλας – εμείς είμαστε οι βουνίσιοι στη Μοντάνα. Αλλά και οι δύο οικογένειες είναι πολύ λούμπεν. Το έργο, επίσης, παίζει πολύ με τη σημαία των Ηνωμένων Πολιτειών.
– Εδώ, έχουμε το τρίπτυχο Πατρίδα, θρησκεία, Οικογένεια;
Όχι, δεν έχουν τόσο πολύ το θρησκευτικό. Δεν έχουν αυτή τη χριστιανική ηθική που έχουμε περισσότερο οι Ορθόδοξοι.
– Πώς είναι να είσαι αδερφός ενός θύματος κακοποίησης;
Κοίταξε, ο ήρωας που υποδύομαι ως ένας άνθρωπος τραχύς, προσπαθεί να βοηθήσει, θέλει να βοηθήσει, γιατί είναι το άτομο που είναι δίπλα της στο νοσοκομείο, έτσι ξεκινάει το έργο, αλλά λόγω χαρακτήρα δεν ξέρει τι να κάνει και να βοηθήσει ακριβώς.
– Του είναι δύσκολο συναισθηματικά να εκδηλωθεί;
Του είναι πολύ δύσκολο συναισθηματικά να εκδηλωθεί, γιατί κατά την εξέλιξη του έργου καταλαβαίνουμε ότι είναι ένας ευνουχισμένος γιος από τον πατέρα του. Ένας άντρας στη δική μου ηλικία, ο οποίος, επειδή μονίμως ευνουχίζεται από τον πατέρα, προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ένας άξιος γιος και δεν παίρνει καθόλου αυτή την επιβεβαίωση, την αποδοχή. Είναι και αυτός ένας τραυματισμένος άνθρωπος, ευνουχισμένος όπως είπα.
– Άρα και αυτός είναι κατά κάποιον τρόπο ψυχολογικά κακοποιημένος.
Ναι, είναι πολύ. Είναι όλοι ψυχολογικά κακοποιημένοι οι χαρακτήρες, ο καθένας στον κόσμο του. Και αυτό το εντείνει στο τέλος ο συγγραφέας, απομονώνοντας τον καθένα στον εαυτό του.
– Η οικογένεια πώς χειρίζεται την κακοποίηση της κόρης; Στην Αμερική έχουν αυτό το «τι θα πει ο κόσμος», οπότε να το κρύψουμε;
Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι σαν οικογένεια είναι τελείως απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία, οπότε δεν παίζει κάτι τέτοιο. Γιατί δεν υπάρχει αυτό που λέμε κοινωνικός ιστός.
– Παίζοντας τώρα σε αυτή την παράσταση, έχεις σκεφτεί τι θα έκανες εσύ εάν ένα δικό σου άτομο, του στενού σου περιβάλλοντος, έπεφτε θύμα κακοποίησης; Μπορεί κανείς να δει τα σημάδια; Να τα αναγνωρίσει;
Τα σημάδια σε έναν άνθρωπο που έχει κακοποιηθεί, αλλά προσπαθεί να μην το επικοινωνήσει;
– Ναι.
Κοίταξε να δεις, η κακοποίηση έχει ένα φάσμα, έχει επίπεδα. Μπορεί να είναι σωματική, αλλά να είναι και ψυχολογική. Και από ψυχολογική καταπίεση, και από τις οικογένειές μας και από την κοινωνία, και από τον περίγυρο, και από το σχολείο, όλοι έχουμε δεχτεί.
– Δεν ξέρω πόσων χρονών είσαι. Πρόλαβες τη βέργα στο σχολείο; Το τράβηγμα του αυτιού και το μαλλί από τους δασκάλους;
Είμαι 43, φυσικά τα πρόλαβα στο σχολείο. Και από τους γονείς μου, εννοείται.

– Καλά, ναι, εννοείται. Και ξύλο ακόμα και γιατί μπέρδευες την προπαίδεια του 7.
Ναι, ναι, το έχω βιώσει. Ήταν κάτι σύνηθες, οπότε δεν είναι κάτι που θα ξεχωρίσω. Ωστόσο, είναι κάτι που θα κατηγοριοποιήσω ανάλογα του φάσματος και του επιπέδου που συμβαίνει, της έντασης της κακοποίησης, να το πούμε έτσι. Αν και δεν ξέρω, εάν υπάρχει ένταση στην κακοποίηση.
– Η κακοποίηση είναι κακοποίηση. Απλώς, αλλάζει μορφή.
Ναι, εκτός και αν κινδυνεύει η ζωή σου, η σωματική σου ακεραιότητα. Ναι, ίσως εκεί είναι ένα άλλο επίπεδο. Οπότε, θέλω να πω ότι αναγνωρίζεις κάθε μέρα και στον εαυτό σου και στους άλλους διάφορα σημάδια κακοποίησης και τραύματα. Αλλά δόξα τον Θεό οι άνθρωποι λίγο προχωράμε κοινωνικά και μπορούμε να διαχειριζόμαστε τα τραύματα κάνοντας την ψυχοθεραπεία μας.
– Εσύ έχεις κάνει ψυχοθεραπεία;
Κάνω ψυχοθεραπεία και κάνω τακτικά πια.
– Το είχες ανάγκη ή αντιμετώπισες κάποιο θέμα;
Είχα ένα μπλέξιμο με τις ουσίες. Οπότε, ήθελα να δω λίγο, γιατί προέκυψε αυτό το θέμα. Δεν ζήτησα βοήθεια για την απεξάρτηση. Το έκανα μόνος μου αυτό το κομμάτι.
– Δύσκολο.
Δεν θεωρώ ότι είναι αυτό το δύσκολο. Δύσκολο είναι να αποδεχτείς ότι έχεις θέμα.
– Ναρκωτικές ουσίες;
Ναι.
– Δεν φοβήθηκες;
Όχι.
– Ξεκίνησες από νεαρή ηλικία;
Όχι. Πιο μεγάλος, αρκετά μεγαλύτερος. Οπότε, ναι, αυτό ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Είχα κάνει και παλαιότερα, με ενδιέφερε να καταλάβω καλύτερα πώς δουλεύει το μυαλό, πώς επεξεργάζεται τα δεδομένα και γιατί αντιδράει έτσι. Γιατί αυτό είναι ένας λαβύρινθος. Και θεωρώ σε σχέση με τα ταμπού, ότι ακόμα και η λέξη ψυχοθεραπεία δημιουργεί ένα ταμπού. Ωστόσο, νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει εκεί πέρα, δεν είναι θεραπεία. Θα έλεγα ότι είναι «ψυχοεκπαίδευση». Μαθαίνεις.
– Αλλά είναι και η λέξη θεραπεία που σου το προκαλεί αυτό…
Ναι, νομίζεις ότι κάτι έχεις και χρειάζεται να θεραπευτείς, ενώ δεν είναι το θέμα ότι κάτι έχεις. Όλοι κάτι έχουμε. Δηλαδή είναι συμπλεγματικό το κεφάλι.
– Είναι αυτό το ψέμα του μυαλού.
Ναι, βρε παιδί μου. Δημιουργεί καταστάσεις για να μπορεί να επιβιώσει και βιολογικά. Ο εγκέφαλος λειτουργεί με τρόπους που αρχίζει να κατηγοριοποιεί, για να μπορεί να δουλεύει πιο γρήγορα. Όταν είσαι σε τόσο γρήγορους ρυθμούς στη ζωή σου, από το σχολείο ακόμα, και συνεχή πίεση, αρχίζει το μυαλό και δημιουργεί στεγανά για να μπορέσει να αντεπεξέλθει. Οπότε αυτό δημιουργεί αντίστοιχα και συμπλέγματα, κόμπλεξ, προβλήματα, τραύματα, χίλια δυο. Και κακή διαχείρισή τους ή θάψιμο.
– Αυτό το κάνουμε πάρα πολλοί, βάζουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλάκι. Δεν θέλουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με την αλήθεια.
Δεν είναι απαραίτητα μεμπτό αυτό. Είναι και απόφαση για να μπορέσεις να συνεχίσεις.

– Οπότε παίζοντας σε αυτή την παράσταση κατά κάποιον τρόπο είναι και λίγο ψυχοθεραπευτικό για εσένα; Ξεκλειδώνεις κουτάκια;
Κοίταξε, το θέατρο που ασχολείται με ζητήματα υπαρξιακά των ανθρώπων είναι ψυχοθεραπευτικό. Ακόμα και αν είναι ένα σκοτεινό έργο, γιατί αυτό είναι ένα έργο σκοτεινό.
– Έχεις ξανακάνει τέτοιο έργο, έτσι τόσο σκοτεινό και ψυχολογικό;
Έχω κάνει, ναι.
– Είναι δύσκολο;
Κοίταξε, σαν τέχνη, σαν δουλειά, είναι το ίδιο. Αναπαράγεις καταστάσεις. Έχει το κάθε είδος τη δική του δυσκολία. Ακόμα και όταν κάνεις κωμωδία, έχει και αυτό δυσκολία, να μπορείς δηλαδή να είσαι στο επίπεδο που απαιτείται. Πολύ συχνά οι κωμωδίες απαιτούν να είσαι έτσι και λίγο πιο speedrolls, πιο up. Κι εσύ μπορεί μία μέρα να μη βρίσκεσαι σε αυτό το ανεβασμένο επίπεδο, οπότε αυτό ναι, έχει μια δυσκολία.
– Και το να κάνεις τον άλλο να γελάσει, ουσιαστικά, έχει και αυτό τη δυσκολία του, έτσι δεν είναι;
Βέβαια, απαιτεί πάντα ενέργεια η δουλειά μας. Δεν έχει να κάνει ακριβώς με το τι είναι ο χαρακτήρας και τι είναι το έργο. Έχει να κάνει με την ίδια τη δουλειά. Η φύση του δουλειάς, όπως και να το κάνουμε, έχει απαιτήσεις.
– Το έργο γράφτηκε πριν από 40 χρόνια και βλέπεις ότι η Αμερική κάνει έναν κύκλο…
Η ιστορία επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται και θα επαναλαμβάνεται.
– Ναι, αλλά εδώ βλέπεις ότι η κοινωνία, αντί να πάει μπροστά, κάνει βήματα πίσω. Και τώρα μιλάμε για την αμερικανική κοινωνία, που πια δεν αντιπροσωπεύει και το περίφημο αμερικανικό όνειρο.
Πιστεύω ότι η κοινωνία συνολικά πάει μπροστά, αλλά κάνει δύο βήματα πίσω, πέντε μπροστά. Πέντε βήματα πίσω, τρία μπροστά. Ωστόσο, το πρόσημο γενικά είναι θετικό.
– Η δική μας η κοινωνία;
Η δική μας κοινωνία, μπορείς να πεις ότι έχει κάνει βήματα μπροστά, σε σχέση με το πώς ήταν πριν από πενήντα χρόνια. Αλλά είναι σαν να μην αλλάζουν τα χούγια, ρε παιδί μου.
– Ναι, είναι λες και κληρονομούμε κάποια χούγια, κάποια στερεότυπα από την οικογένειά μας, από την κοινωνία.
Ναι, αλλά ξέρεις; Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Και θέλει κόπο η προστασία της, όπως θέλει κόπο και η αναζήτηση της αλήθειας. Και είναι πράγματα που δεν σου τα μαθαίνουν ούτε στην οικογένειά σου, ούτε στο σχολείο. Για να τα κατακτήσεις, πρέπει να τα θέλεις και χρειάζεται κόπος.

– Η παράσταση με τι άλλο θέμα καταπιάνεται, εκτός από την κακοποίηση;
Με τη μοναξιά και με την ατομικότητα, που είναι ίδιον και της Αμερικής. Πολύ ατομικότητα, τρομερή. Εγώ πιστεύω στη δύναμη της ατομικότητας, αν είναι όμως δημιουργική. Αν δουλεύεις και παλεύεις και ψάχνεις για να γίνεις μια ισχυρή μονάδα και μετά να μπορείς να προσφέρεις στο σύνολο, πολλές μονάδες μαζί είναι πολύ πιο ισχυρές. Στο έργο είναι λίγο κακώς εννοούμενη η ατομικότητα. Οι άνθρωποι κλείνονται στον εαυτό τους, βλέπουμε λίγο και το μοτίβο της προστασίας του κακοποιητή από τη μαμά… «Το αγόρι μου» και ας είναι από την άλλη πλευρά ένας εγκληματίας. Εντάξει, είναι το παιδί της και η μητρική αγάπη είναι πολύ σπουδαία, αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν να υποθάλπεις έναν εγκληματία.
– Η δική σου μητέρα πώς είναι; Και σε σχέση με τον πατέρα σου;
Οι γονείς μου ήταν αυστηροί μαζί μου και με τις επιλογές μου, δεν μου χαϊδεύανε τα αυτιά. Ήταν αρκετά αυστηροί. Αυτό θεωρώ είναι ένα καλό στοιχείο. Εγώ, γενικώς είμαι πολύ αυστηρός με τους ανθρώπους που αγαπάω.
– Αυστηρότητα με την έννοια του πλαισίου;
Όχι, με την έννοια του… δεν θα αφήσω τα λάθη σου να περάσουν απαρατήρητα. Τα λάθη που κάνεις καλό είναι να τα βλέπεις, να τα συζητάς και να μην τα βάζεις κάτω από το χαλάκι, να πεις δεν πειράζει, έγινε. Είναι καλό να μην ξαναγίνονται.
– Ακριβώς και νομίζω είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει επικοινωνία μέσα σε μια οικογένεια.
Ναι, δύσκολο πράγμα.
– Δύσκολο είναι και ο γονιός να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με το παιδί.
Πολύ δύσκολο πράγμα. Θεωρώ πολύ δύσκολο τον ρόλο του γονέα. Το συζητούσα και με τον ψυχολόγο μου: πώς, ρε παιδί μου, ένα πλασματάκι που είναι τόσο δα μικρό και είσαι απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτό, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εσένα, για πέντε χρόνια το λιγότερο. Το πολύ λιγότερο. Πώς μετά αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός είναι ένας ανεξάρτητος άνθρωπος που πρέπει να έχει τα δικά του φτερά και τις δικές του αποφάσεις και τις δικές του ευθύνες; Πώς το αντιλαμβάνεσαι αυτό ως γονιός και σταματάς να είσαι παρεμβατικός; Αυτό θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Αδιανόητα δύσκολο.
– Σε φοβίζει η πατρότητα;
Πάρα πολύ.
– Εσύ δεν έχεις παιδί.
Όχι. Και δεν ξέρω αν θα κάνω. Δηλαδή μου φαίνεται αδιανόητα δύσκολο και αδιανόητα άσχημος ο κόσμος για να μεγαλώσει το παιδί. Το παιδί σου θα πρέπει ή να το κάνεις «βολεψάκια» ή να το κάνεις πολεμιστή. Δεν έχεις άλλη επιλογή και είναι κρίμα και τα δύο. Είναι κρίμα να μάχεται έναν σκ@τα κόσμο και είναι κρίμα να το κάνεις «βολεψάκια» και να εκμεταλλεύεται άλλους ανθρώπους για να επιβιώσει και να είναι αυτός ο νόμος της ζούγκλας. Γιατί δεν νομίζω ότι είμαστε τέτοια όντα. Είμαστε πολύ ανώτερα όντα, αλλά δεν κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν προσπαθούμε, ούτε μας δίνετε και «τροφή» -από όσους δίνουν «τροφή»- για να κινηθούμε προς την ίδια κατεύθυνση.
– Έχεις δίκιο. Μου είπες προηγουμένως ότι η παράσταση μιλάει και για τη μοναξιά. Σε φοβίζει εσένα η μοναξιά; Φοβάσαι να μείνεις μόνος;
Μου αρέσει. Μου αρέσει να είμαι μόνος.

– Πιστεύεις στον Θεό;
Όχι.
– Δεν έχεις ασχοληθεί ποτέ με το κομμάτι αυτό; Να ψαχτείς;
Όχι, καθόλου. Μου ήταν πολύ απεχθές από μικρός, ευτυχώς.
– Τι είναι αυτό που σου προκαλεί την απέχθεια; Γιατί αν το δεις ως γενικότερη εικόνα, το μήνυμα του Χριστού, «Αγαπάτε αλλήλους», είναι από τα πιο ανιδιοτελή και πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος αν εφαρμοζόταν.
Είναι πάρα πολύ ωραία τα μηνύματα, αλλά η εκκλησία «εκτελεί» το πνεύμα του χριστιανισμού. Αυτό είναι το πρόβλημα, νομίζω. Εγώ με την εκκλησία είχα απέχθεια… Αλλά ξέρεις, ρε παιδί μου, όταν άκουγα ανθρώπους να λένε «να μας βοηθήσει ο Θεός. Και ο Θεός και ο Θεός». Ποιος Θεός; Εσύ είσαι ο Θεός. Κάνε αυτό που θες. Δεν υπάρχει… Υπάρχει σώμα φθαρτό. Πεθαίνουν οι άνθρωποι, σκοτώνονται, έχουμε ατυχήματα. Τι να βοηθήσει ο Θεός; Δεν βοηθάει. Οι άνθρωποι βοηθάνε. Ήμουν πραγματιστής από μικρός. Έτσι ήταν η φύση μου. Νομίζω δεν είχε να κάνει με τα βιώματά μου.
– Επαναστάτης;
Αρκετά, ναι. Είναι αρκετά επαναστατική η φύση μου και στο σπίτι είχαμε πόλεμο. Αλλά και στο σχολείο με το εκπαιδευτικό σύστημα. Τώρα ως μεγάλος κατανοώ πέντε πράγματα για το πώς είναι η εκπαίδευση και ποια είναι τα λάθη που έχει το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα και το πώς καλλιεργούνται οι άνθρωποι και μορφώνονται. Τότε κλοτσούσα χωρίς να μπορώ να απαντήσω γιατί. Αλλά κλοτσούσα. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Πραγματικά είμαι περήφανος γι’ αυτό, γιατί καταλαβαίνω ότι δεν ήταν επανάσταση χωρίς αιτία.
– Ήσουν επαναστάτης με αιτία.
Ναι. Απλώς, τότε, δεν ήξερα την αιτία για να τη βάλω σε λόγια.
– Ξέρεις είναι και τα λάθη και τα σωστά που κάνουμε και τα οποία καθορίζουν και τη μετέπειτα πορεία μας και πώς μας διαμορφώνουν δηλαδή και ως χαρακτήρες.
Ο χαρακτήρας μου, για παράδειγμα, στο έργο είναι ο άνθρωπος ο οποίος δεν επαναστατεί. Καταπιέζεται από τον πατέρα του. Ζει με τους γονείς του και είναι στην ηλικία μου.
– Το οποίο, όμως, είναι μια πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλοί που μένουν με τους γονείς τους. Ειδικά η κρίση έφερε αυτή την αναγκαστική συμβίωση.
Ναι, πράγματι, αλλά σε αυτή την περίπτωση ξέρεις ότι το κάνεις όσο χρειάζεται και το διαχειρίζεσαι. Δεν αφήνεις να σε καταβάλλει και δεν επιτρέπεις και στην οικογένεια να είναι παρεμβατική.
– Ο δικός σου ο ήρωας δεν νιώθει την ανάγκη να κάνει το μπαμ;
Το νιώθει. Κάνει μια έκρηξη. Αλλά δεν φεύγει από εκεί. Είναι εγκλωβισμένος στο ψέμα του μυαλού του.

– Εσύ είχες ποτέ κάποιο ψέμα του μυαλού σου;
Οι ουσίες ήταν ένα ψέμα στο μυαλό μου.
– Τύπου ψευδαίσθηση;
Τύπου «νάρκωσης» του μυαλού. Να μην αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα, να κάνεις πράγματα γι’ αυτό, να βελτιώνεσαι, να εξελίσσεσαι. Μια παύση.
– Και πότε ξύπνησες από αυτή τη «νάρκωση»; Ένα πρωί; Ένα βράδυ;
Δεν ήταν πρωί ή ένα βράδυ. Ήταν μια ζύμωση πραγμάτων και κάποια στιγμή ξεχείλισε το ποτήρι, είπα ως εδώ.
– Τα social media είναι κατά κάποιο τρόπο και αυτά μια «νάρκωση».
Είναι, γαμώτο, η σημερινή σύγχρονη νάρκωση. Αλλά είναι και φοβερά εργαλεία, αρκεί να ξέρεις να τα διαχειρίζεσαι. Εγώ ήμουν τυχερός, γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με υπολογιστή. Ο πατέρας μου ήταν προγραμματιστής, οπότε και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια τα είχα από πολύ μικρός, το οποίο, δεν ξέρω, μπορεί να είναι θετικό μπορεί και αρνητικό. Αλλά και τα social media ήρθαν γρήγορα στη ζωή μου, ήμουν από τους πολύ πρώτους που έφτιαξα. Οπότε, ίσως η δική μου παιδεία, η κουλτούρα μου δεν άφησε αυτό να μπει μέσα στη ζωή μου. Ήταν πάντα κάτι ανεξάρτητο και ένα εργαλείο. Μπορείς να γνωρίσεις κόσμο, να γνωρίσεις ερωτικούς συντρόφους, να φλερτάρεις, μπορείς να προσεγγίσεις μια γυναίκα που δεν μπορείς να τη δεις έξω, μπορείς να της στείλεις ένα μήνυμα και να έρθεις σε επαφή. Αυτό είναι τέλειο, θεωρώ. Μπορείς να ανταλλάξεις απόψεις πολιτικές, μπορείς να συζητήσεις με ανθρώπους που είναι πολύ δύσκολο να βρεθείς στην πραγματικότητα. Γενικά, είναι ένα φοβερό εργαλείο. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη παιδείας, που θα σε βοηθήσει να πάρεις την πληροφορία και να την επεξεργαστείς. Να μπορείς να ακούσεις την αντίθετη άποψη, να επιχειρηματολογείς, να τεκμηριώσεις τη δική σου. Να μην είσαι κολλημένος.
– Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε εσένα, αλλά ένα τραγικό με τα social media είναι τα τοξικά σχόλια που αφήνουν κάτω από τις αναρτήσεις προβεβλημένων προσώπων. Πολλή χολή. Εσύ έχεις δεχτεί;
Ναι, εννοείται. Το έχω δει και σε εμένα πολύ. Εγώ είχα μιλήσει για τη σεξουαλικότητά μου και μου έγραφαν τρομακτικά, εμετικά πράγματα. Όλο αυτό πηγάζει από το ότι δεν είμαι καλά με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Όταν ξέρεις τι σου γίνεται, είσαι ήρεμος με όλους και μπορείς να δεχτείς τα πάντα.
– Μετάνιωσες που μίλησες για τη σεξουαλικότητά σου;
Όχι, καθόλου.
– Ήταν αυθόρμητο;
Είχα κουβεντιάσει με κάποιον άνθρωπο κι έτσι αντίστοιχα του χώρου μας εννοώ και μου είχε πει ότι οφείλεις να μιλήσεις σαν φάρος και σαν παράδειγμα για ανθρώπους.

– Σε επηρέασαν τα αρνητικά σχόλια που δέχτηκες;
Όχι, καθόλου. Είναι πολύ σαφές, γιατί μπορεί κάποιος να έρχεται να σχολιάσει. Αυτό εννοώ παιδεία. Αυτή είναι η δική μου παιδεία. Καταλαβαίνω τον άλλον που σχολιάζει αρνητικά. Μπορώ να δω κάτι από αυτό, ότι θέλει να πει κάτι ο άλλος. Αλλά όχι, δεν το παίρνω προσωπικά, ειδικά στα social.
– Αλλά νομίζω ότι αυτό είναι δυστυχώς ένα κομμάτι της κοινωνίας μας. Ένα κομμάτι που κοιτάει τι θα κάνει ο άλλος.
Ναι, αυτό ας πούμε ήταν πολύ πόλεμος με την οικογένειά μου.
– Είχε και η δική σου οικογένεια αυτό το «τι θα πει ο κόσμος»;
Ναι, ναι πολύ. Μου γυρνούσε το μυαλό μου με αυτό το πράγμα.
– Και οι δύο γονείς σου το είχαν ή ο ένας; Στη δική μου οικογένεια το έχει η μητέρα μου.
Όχι, και οι δύο.
– Καμία σωτηρία (γέλια)
Ναι. Να γίνεται μια σύγκρουση και να σου φέρνουν άλλους ως παράδειγμα γιατί οι άλλοι δεν κάνουν έτσι. Τι σημασία έχει. Προσπαθούμε να λύσουμε κάτι μεταξύ μας. Εντάξει, από την άλλη, δεν είναι παράλογο να σκέφτεσαι κοινωνικά, είναι φυσιολογικό. Το πρόβλημα είναι ότι γενικώς οι άνθρωποι δεν έχουν καλή επαφή με τον εαυτό τους. Και αυτό είναι το πιο βασικό πρόβλημα της ανθρωπότητας. Πρέπει να έχεις καλή σχέση με τον εαυτό σου, να ξέρεις ποιος είσαι, από τι αποτελείσαι. Ποιες είναι οι απόψεις σου οι πραγματικές. Και αυτό θέλει δουλειά.
Η παράσταση
Το έργο επικεντρώνεται στην καταστροφική σχέση ενός ζευγαριού, του Τζέικ και της Μπεθ. Αρχίζει μετά από μια πράξη βίας: ο Τζέικ, πεπεισμένος ότι η γυναίκα του Μπεθ τον έχει απατήσει, την ξυλοκοπεί άγρια — τόσο που μένει βαριά τραυματισμένη και νοσηλεύεται. Από εκεί ξεκινά μια πορεία τρέλας, ενοχής και αποξένωσης ανάμεσα σε δύο οικογένειες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα.
Τι επιπτώσεις έχει η κακοποίηση, η μνήμη και η ψευδαίσθηση πάνω στην ατομική και οικογενειακή ταυτότητα; Οι οκτώ χαρακτήρες των δύο οικογενειών του ζευγαριού, παγιδευμένοι στη δική τους εσωτερική πραγματικότητα, προσπαθούν να βρουν την αλήθεια τους μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο συγκρούσεις και ψέματα. Η ζωή, τα συναισθήματα και οι σχέσεις των ηρώων μεταξύ τους χρησιμοποιούνται ως αλληγορικές αναφορές στην αμερικανική σημερινή κοινωνία, μια κοινωνία όπου όλα είναι εκτός ισορροπίας.
Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μελέτης Γεωργιάδης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κατερίνα Γιαμαλή, Ορέστης Τζιόβας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Αμπατζής, Ήβη Νικολαΐδου, Μαρία Δαμασιώτη
Προπώληση: more.com
Σύγχρονο Θέατρο: Ευμολπιδών 45, 118 54, Κεραμεικός