Πιο δύσκολη κάνουν την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού στη Λιβύη ο πόλεμος και η απουσία κεντρικής κυβέρνησης, με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας να δηλώνει συχνά αδυναμία να παρέμβει, όπως για παράδειγμα στο νότιο τμήμα της χώρας όπου εντοπίστηκε εστία άγνωστου μεγέθους.

Η χώρα έχει βυθιστεί στο χάος μετά την πτώση του Μουάμαρ Καντάφι το 2011 με δύο αντίπαλες κυβερνήσεις να μοιράζονται την εξουσία και να πολεμούν η μία την άλλη: στην Τρίπολη και τη βορειοδυτική Λιβύη κυριαρχεί η κυβέρνηση εθνικής ενότητας, την οποία αναγνωρίζει ο ΟΗΕ. Απέναντί της ο στρατάρχης Χαλίφα Χάφταρ, ο ισχυρός άνδρας της ανατολικής Λιβύης που ελέγχει και μέρος του νότου.

Οι δύο αντίπαλες αρχές αντέδρασαν με ταχύτητα μπροστά στην παγκόσμια εξάπλωση της επιδημίας covid-19 τον Μάρτιο επιβάλλοντας απαγόρευση κυκλοφορίας, κλείνοντας τα σύνορα της χώρας, τα σχολεία, τα τεμένη και τα καταστήματα και αναστέλλοντας τον επαναπατρισμό των Λίβυων που βρίσκονται στο εξωτερικό.

Το πρώτο κρούσμα του κορονοϊού ανακοινώθηκε στα τέλη Μαρτίου, όμως η κατάσταση στη χώρα αυτή που παραμένει αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο έμοιαζε να είναι υπό έλεγχο, όπως υπενθυμίζει το ΑΜΠΕ.

Τα κρούσματα ήταν «πολύ λίγα» σε σχέση με τις γειτονικές χώρες και «μάλιστα υπήρξαν εβδομάδες χωρίς νέα κρούσματα» δήλωσε ο Μπαντρεντίν αλ Νάζαρ, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Καταπολέμησης Ασθενειών (CDC), μια υπηρεσία της κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

«Όμως τα μέτρα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν εξαιτίας του πολιτικού πλαισίου και της κατάστασης ασφαλείας» πρόσθεσε.

Αλλαγή

Έτσι η κατάσταση άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες μετά την εμφάνιση δεκάδων κρουσμάτων στη Σπέμπχα, τη μεγαλύτερη πόλη της νότιας Λιβύης, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Χάφταρ.

«Οι κάτοικοι δεν συνεργάστηκαν, δεν σεβάστηκαν τα προληπτικά μέτρα, προσποιούμενοι σαν να μην συμβαίνει τίποτα» κατήγγειλε ο Νάζαρ. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του CDC, οι τοπικές αρχές στη Σέμπχα δεν διαθέτουν τα μέσα για να αντιμετωπίσουν μια εστία επιδημίας.

Οι συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών και μεταξύ φυλών, με ακατάπαυστες μάχες για την απόκτηση επιρροής, έχουν επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών υπηρεσιών, επεσήμανε ο Νάζαρ, σύμφωνα με τον οποίο οι τοπικές αρχές αρχικά αρνήθηκαν την βοήθεια της Τρίπολης, προτού αλλάξουν γνώμη.

«Ήταν δύσκολο να δημιουργήσουμε δωμάτια απομόνωσης (…) και ο εξοπλισμός δεν έφτασε στην περιοχή παρά αφού παρατηρήθηκε μεγάλος αριθμός κρουσμάτων» εξήγησε.

Βάσει του τελευταίου επίσημου απολογισμού της Τρίπολης, η εξάπλωση της covid-19 στη Λιβύη δεν είναι μεγάλη: 359 κρούσματα και πέντε θάνατοι, εκ των οποίων οι μισές μολύνσεις στη Σέμπχα και τα περίχωρά της. Όμως στον απολογισμό αυτό περιλαμβάνονται μόνο τα κρούσματα που έχει καταφέρει να επιβεβαιώσει το CDC.

Στην ίδια τη Σέμπχα ο πρόεδρος της επιτροπής καταπολέμησης της επιδημίας Ιμπραήμ αλ Ζουάι παραδέχεται ότι οι τοπικές αρχές δεν μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν στην κρίση.

«Δεν καταφέραμε να απομονώσουμε τον ‘ασθενή μηδέν’, κι έτσι τα κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν» δήλωσε.

Επαναπατρισμός

Παράλληλα οι προσπάθειες περιορισμού της επιδημίας υπονομεύθηκαν και από το σχέδιο που τελικά εφάρμοσαν οι αρχές της χώρας για τον επαναπατρισμό περισσότερων από 15.000 Λίβυων που είχαν εγκλωβιστεί στο εξωτερικό.

Εκτός από την έλλειψη αποτελεσματικών υποδομών υποδοχής, η κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη Λιβύη εγείρει φόβους για επιθέσεις ενόπλων στα κέντρα καραντίνας προκειμένου να πάρουν από εκεί συγγενείς τους.

Οπότε οι καραντίνες έγιναν στο εξωτερικό και όχι στη Λιβύη, μια απόφαση που επικρίθηκε πολύ.

Κυρίως ύστερα από την εμφάνιση νέων κρουσμάτων του κορονοϊού μετά την έναρξη των επαναπατρισμών. Συνολικά περισσότεροι από 8.000 Λίβυοι κατάφεραν να επιστρέψουν στη χώρα προτού τελικά ανασταλούν οι επαναπατρισμοί την προηγούμενη εβδομάδα.