Μια σοκαριστική τραγωδία σημειώθηκε στο Λόουστοφτ του Σάφολκ, όπου η Σάφρον Κόουλ-Νότατζ έχασε τη ζωή της, αφού εγκλωβίστηκε με το κεφάλι ανάμεσα σε θαλάσσια βράχια, ενώ η παλίρροια ανέβαινε. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής έρευνας, η γυναίκα παρέμεινε παγιδευμένη για τουλάχιστον 30 λεπτά πριν τελικά πεθάνει από πνιγμό.
Η Σάφρον Κόουλ-Νότατζ περπατούσε μαζί με τον σκύλο και την κόρη της σε μονοπάτι όταν εκτυλίχθηκε η τραγωδία. Μάρτυρας, ο Ίαν Τζόουνς, κατέθεσε ότι σοκαρίστηκε όταν είδε «δύο πόδια να προεξέχουν από το νερό και ένα νεαρό κορίτσι δίπλα να ουρλιάζει». Τα παπούτσια της άτυχης μητέρας έλειπαν από τα πόδια της, καθώς, σύμφωνα με τη Sun, η κόρη της τα είχε αφαιρέσει προσπαθώντας να τη βγάλει από τα βράχια.
Ο Ίαν Τζόουνς και ακόμα ένας άνδρας προσπάθησαν να την απεγκλωβίσουν, ωστόσο, όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, «δεν μπορούσαν να την τραβήξουν με αρκετή δύναμη ώστε να την ελευθερώσουν». Ο Άλεξ Σίνγκλετον-Ντεντ κατέθεσε ότι περπατούσε στην παραλία περίπου στις 8 το βράδυ όταν άκουσε την κόρη της Σάφρον να καλεί απεγνωσμένα σε βοήθεια. Όπως είπε, έτρεξε στο σημείο και όταν φώτισε με τον φακό του κινητού του προς τα βράχια «μπορούσε να δει δύο πόδια να προεξέχουν από αυτά».
Ο ίδιος εξήγησε ότι μαζί με τον Ίαν Τζόουνς προσπάθησαν να την απελευθερώσουν, όμως «δεν τα κατάφεραν». Στην κατάθεσή του αναφέρθηκε επίσης: «Ένιωθα πως προσπαθούσαμε για αιώνες και οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης άργησαν πάρα πολύ να φτάσουν, αλλά η αδρεναλίνη μου ήταν στα ύψη. Ξέρω ότι η γυναίκα σταμάτησε να ανταποκρίνεται και η παλίρροια ανέβαινε».
Ένα παιδί που βρισκόταν στο σημείο δήλωσε στην έρευνα ότι «προσπαθούσαν περίπου 15 λεπτά να τη βγάλουν έξω», ενώ πρόσθεσε πως «η αναμονή για το ασθενοφόρο έμοιαζε αιώνια». Το ίδιο παιδί ανέφερε επίσης: «Δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι αν το ασθενοφόρο είχε φτάσει λίγο νωρίτερα ίσως να μπορούσαν να κάνουν κάτι για να απεγκλωβίσουν τη γυναίκα».
Το δικαστήριο άκουσε ότι η πρώτη κλήση στο 999 προς την Υπηρεσία Ασθενοφόρων της Ανατολικής Αγγλίας έγινε στις 7:52 το απόγευμα, όμως οι πυροσβεστικές δυνάμεις έφτασαν στο σημείο στις 8:22. Μέχρι τη στιγμή που τα σωστικά συνεργεία κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν, η Σάφρον Κόουλ-Νότατζ είχε ήδη χάσει τη ζωή της και διαπιστώθηκε ο θάνατός της επιτόπου.
Είχε προηγουμένως γίνει γνωστό ότι η μητέρα περπατούσε σε μονοπάτι κάτω από τον παραλιακό πεζόδρομο της πόλης, παρά τις προειδοποιητικές πινακίδες που καλούσαν τον κόσμο να αποφεύγει την περιοχή. Κάτοικοι παρομοίασαν το μονοπάτι με «παγοδρόμιο», καθώς ήταν εξαιρετικά ολισθηρό λόγω των φυκιών που το κάλυπταν.
Κατά την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε επίσης ότι η Σάφρον Κόουλ-Νότατζ είχε βρεθεί νωρίτερα στο ξενοδοχείο Χάτφιλντ στο Λόουστοφτ για «κυριακάτικο γεύμα και μερικά ποτά». Στη συνέχεια περπάτησε προς μια παμπ κοντά στην προβλήτα Κλέρμοντ, με τον σύντροφό της, Μάικ Γουίλερ, να δηλώνει ότι «δεν μπερδευόταν στην ομιλία της και συμπεριφερόταν φυσιολογικά».
Περίπου στις 7 το απόγευμα η Σάφρον βγήκε βόλτα με τον σκύλο μαζί με την κόρη τους και περίπου 45 λεπτά αργότερα γλίστρησε. Ο παθολογοανατόμος, Ραζ Λογκασουνταράμ, κατέθεσε ότι στο αίμα της καταγράφηκαν 271 χιλιοστόγραμμα αλκοόλ ανά 100 ml αίματος, όταν το νόμιμο όριο είναι 80. Όπως σημείωσε, το επίπεδο αυτό «θα είχε επηρεάσει σημαντικά τις γνωστικές της ικανότητες».
Ο ιατροδικαστής κατέγραψε ως αιτία θανάτου τον πνιγμό. Σε ένα συγκινητικό αφιέρωμα που διαβάστηκε από τη δικηγόρο Σάμπα Νακσμπάντι, η οικογένεια της Σάφρον Κόουλ-Νότατζ την περιέγραψε ως «πραγματικά μοναδική». Όπως ανέφεραν, ήταν «χαρούμενη, διασκεδαστική και γεμάτη ζωή», ενώ «είχε τη σπάνια ικανότητα να φωτίζει κάθε χώρο».