Η Ουγγαρία εισέρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τη δημοκρατία και την ελευθερία του Τύπου, μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν, κατά τα οποία διαμορφώθηκε ένα από τα πιο εκτεταμένα και συστηματικά μοντέλα ελέγχου των ΜΜΕ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συνεχή οπισθοδρόμηση, με την ελευθερία του Τύπου να υποχωρεί δραματικά και τη χώρα να καταγράφεται πλέον μεταξύ των χαμηλότερων θέσεων στην Ευρώπη, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκέντρωσης και χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης.

Κατά τη διάρκεια της 16ετούς κυριαρχίας του κόμματος Φιντέζ, οικοδομήθηκε ένα πολύπλοκο και αλληλοεξαρτώμενο σύστημα ελέγχου των ΜΜΕ, το οποίο βασίστηκε σε περιοριστική νομοθεσία, στον πλήρη έλεγχο των δημόσιων μέσων και στη συγκέντρωση ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης σε επιχειρηματίες που συνδέονταν πολιτικά με την κυβέρνηση. Όπως έχει καταγράψει το International Press Institute, το σύστημα αυτό ενισχύθηκε περαιτέρω μέσω της στρέβλωσης της διαφημιστικής αγοράς, με την κρατική διαφήμιση να κατευθύνεται με πολιτικά κριτήρια, δημιουργώντας ένα άνισο και ελεγχόμενο μιντιακό περιβάλλον.

Μέσα από τη συνδυαστική χρήση νομικών, ρυθμιστικών και οικονομικών εργαλείων, το Φιντέζ κατάφερε να ασκεί άμεσο ή έμμεσο έλεγχο σε περίπου το 80% της αγοράς των ΜΜΕ. Το αποτέλεσμα ήταν η δραματική συρρίκνωση της πολυφωνίας και η εδραίωση πολιτικού ελέγχου στον δημόσιο λόγο, σε επίπεδο που δεν είχε προηγούμενο για κράτος-μέλος της ΕΕ. Παράλληλα, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης βρέθηκαν αντιμέτωπα με εχθρικές εξαγορές από φιλοκυβερνητικά επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ άλλα εξαναγκάστηκαν σε παύση λειτουργίας μέσω διακριτικών αποφάσεων αδειοδότησης.

Τα μέσα που κατάφεραν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους λειτουργούσαν υπό συνεχή πίεση, αντιμετωπίζοντας εκστρατείες δυσφήμισης, παρακολουθήσεις μέσω λογισμικού κατασκοπείας, καταχρηστικές αγωγές και έρευνες από την Υπηρεσία Προστασίας Κυριαρχίας. Το σύνολο αυτών των πρακτικών συνιστά μία από τις πιο παρατεταμένες και συστηματικές επιθέσεις κατά της ελευθερίας του Τύπου που έχει καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρά την απομάκρυνση του Φιντέζ από την εξουσία, το σύστημα ελέγχου των ΜΜΕ που εγκαθιδρύθηκε παραμένει σε μεγάλο βαθμό ενεργό. Η αποδόμησή του αποτελεί μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία, καθώς πρόκειται για ένα πλέγμα θεσμών, νόμων και οικονομικών μηχανισμών που διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα σε περισσότερο από μία δεκαετία.

Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ καλείται να διαχειριστεί μια από τις πιο απαιτητικές μεταρρυθμιστικές προκλήσεις: την πλήρη αναδιάρθρωση του μιντιακού τοπίου και την αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου. Όπως τονίζει το balkaninsight σε ανάλυσή του, οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος των ΜΜΕ και η αποδόμηση της μηχανής προπαγάνδας του Φιντέζ αποτελούν βασικές προτεραιότητες, με την κυβέρνηση να διαθέτει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δύο τρίτων για την προώθηση εκτεταμένων αλλαγών.

Ωστόσο, η διαδικασία αυτή απαιτεί βαθιές και συστημικές παρεμβάσεις. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η αντικατάσταση του νομικού πλαισίου που διέπει τα δημόσια μέσα ενημέρωσης, το οποίο διαμορφώθηκε την περίοδο 2010-2011 και οδήγησε στη συγκέντρωση της λειτουργίας τους υπό τον πολιτικό έλεγχο της MTVA. Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου, σύγχρονου πλαισίου που θα διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων, σε συμφωνία με τον European Media Freedom Act, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Παράλληλα, κρίσιμη θεωρείται η μεταρρύθμιση του ρυθμιστικού πλαισίου των ΜΜΕ και ειδικότερα η αναδιάρθρωση της National Media and Infocommunications Authority και του Συμβουλίου ΜΜΕ, τα οποία λειτούργησαν ως εργαλεία πολιτικού ελέγχου μέσω της πλήρους στελέχωσής τους από πρόσωπα που επέλεγε το Φιντέζ. Η αντικατάσταση αυτού του συστήματος με ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο ρυθμιστικό όργανο θεωρείται απαραίτητη για την αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας.

Εξίσου σημαντική είναι και η αναδιάρθρωση της αγοράς διαφήμισης, όπου το κράτος, ως ένας από τους μεγαλύτερους διαφημιζόμενους, κατεύθυνε πόρους με πολιτικά κριτήρια, ενισχύοντας φιλοκυβερνητικά μέσα και αποκλείοντας ανεξάρτητες φωνές. Η καθιέρωση διαφανούς και δίκαιης κατανομής της κρατικής διαφήμισης αναμένεται να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην αγορά, δημιουργώντας συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού και ενισχύοντας την πολυφωνία.

Το πρόγραμμα του κόμματος Τίσα περιλαμβάνει επίσης την αναστολή της ειδησεογραφικής λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, έως ότου διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της, την κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης προπαγανδιστικών μέσων, την επιβολή μορατόριουμ στην κρατική διαφήμιση και τη διερεύνηση καταχρήσεων παρακολούθησης. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κατάργηση του νόμου περί «Προστασίας της Εθνικής Κυριαρχίας» και στη διάλυση της αρμόδιας αρχής, η οποία κατηγορείται για στοχοποίηση ανεξάρτητων μέσων.