Η επιχειρηματική ελίτ της Ουγγαρίας φαίνεται να αποστασιοποιείται από το δίκτυο εξουσίας του Βίκτορ Όρμπαν, με ορισμένους να εγκαταλείπουν τη χώρα και να προστατεύουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, ενώ άλλοι δηλώνουν έτοιμοι να συνεργαστούν με τον επερχόμενο πρωθυπουργό. Ο Πέτερ Μάγιαρ, πρώην στέλεχος του καθεστώτος που στράφηκε κατά του Όρμπαν το 2024, έχει δεσμευτεί να κινηθεί εναντίον αξιωματούχων και εταιρικών ηγετών που κατηγορούνται για διαφθορά στο πλαίσιο του λεγόμενου συστήματος εθνικής συνεργασίας, το οποίο δημιουργήθηκε για να επιβραβεύει τους πιστούς στον Όρμπαν.

Ο ίδιος δήλωσε την Κυριακή ότι «αρκετές οικογένειες ολιγαρχών έχουν ήδη φύγει», αναφερόμενος στον γαμπρό του Όρμπαν και στον γιο ενός από τους στενότερους οικονομικούς του συμβούλους. Όπως ανέφερε, άλλες «οικογένειες ολιγαρχών έχουν ήδη αποσύρει τα παιδιά τους από τα σχολεία και οργανώνουν αξιόπιστο προσωπικό ασφαλείας για την αποχώρησή τους». Παράλληλα, υποστήριξε ότι διαθέτει «ακριβείς πληροφορίες» για μεταφορές μεγάλων χρηματικών ποσών στο εξωτερικό από πρόσωπα κοντά στον επικεφαλής της προπαγάνδας και των μυστικών υπηρεσιών, Αντάλ Ρόγκαν, ο οποίος δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.

Ο Μάγιαρ ανέφερε επίσης ότι ο παιδικός φίλος του Όρμπαν και πλουσιότερος άνθρωπος της Ουγγαρίας, Λόριντς Μεσάρος, σχεδιάζει να «πετάξει στο Ντουμπάι» με την οικογένειά του «τις επόμενες ημέρες». Τοπικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ο Μεσάρος έχει ξεκινήσει να μεταφέρει χρήματα από εταιρικούς σε ιδιωτικούς λογαριασμούς, αφήνοντας ορισμένες δραστηριότητες χωρίς ρευστότητα, χωρίς ωστόσο οι πληροφορίες αυτές να επιβεβαιώνονται. Ο ίδιος δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα, ενώ η εταιρεία του, Mészáros Group, ανακοίνωσε ότι απέστειλε επιστολή στον Μάγιαρ «με στόχο την παροχή ακριβών πληροφοριών και την επίλυση της έντασης που έχει προκύψει».

Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο Μάγιαρ είχε στοχοποιήσει τον Άνταμ Ματόλτσι, γιο του επί χρόνια οικονομικού συμβούλου, υπουργού και διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Γκιόργκι Ματόλτσι, σύμφωνα με τους Financial Times. Εταιρείες και συνεργάτες του Άνταμ κατηγορούνται ότι υπεξαίρεσαν πάνω από 1 δισ. ευρώ από την κεντρική τράπεζα σε διάστημα δέκα ετών, γεγονός που ενδέχεται να εμπλέκει πατέρα και γιο. Και οι δύο αρνούνται τις κατηγορίες.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ουγγαρίας είχε εξετάσει πέρυσι ανεξήγητες απώλειες σε ιδρύματα που δημιουργήθηκαν από την κεντρική τράπεζα κατά τη διάρκεια της θητείας του Γκιόργκι Ματόλτσι, διαπιστώνοντας ότι δισεκατομμύρια φιορίνια μεταφέρθηκαν σε εταιρείες φίλου του γιου του διοικητή. Οι εισαγγελείς ανέλαβαν την υπόθεση μόνο μετά τις εκλογές, κάτι που ο Μάγιαρ χαρακτήρισε «πολύ λίγο, πολύ αργά».

Ο Γκιόργκι Ματόλτσι αποχώρησε από τη θέση του στο τέλος της θητείας του πέρυσι, ενώ ο γιος του μετακόμισε στο Ντουμπάι τους μήνες πριν από τις εκλογές. Ο Μάγιαρ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα ζητήσει από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων την έκδοση του Άνταμ, ακόμη και με «αναγκαστικά μέτρα αν χρειαστεί», παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει συμφωνία έκδοσης μεταξύ των δύο χωρών. Ο Άνταμ Ματόλτσι δήλωσε ότι θα «συνεργαστεί πλήρως» με τις Αρχές, τονίζοντας ότι «δεν είναι δουλειά των πολιτικών ή των δημοσιογράφων να αποφασίζουν ποιος θα διωχθεί και για ποιο λόγο», ενώ πρόσθεσε ότι τα εισοδήματά του προέρχονται από «νόμιμη και διαφανή επιχείρηση» και ότι καμία από τις εταιρείες του δεν συνδέεται με τα ιδρύματα της κεντρικής τράπεζας. Υποστήριξε επίσης ότι διαθέτει άδεια παραμονής στα Εμιράτα εδώ και χρόνια λόγω της εργασίας του και ότι οι εξαγωγές σχετίζονται με την εταιρεία επίπλων του, διαψεύδοντας ισχυρισμούς περί μεταφοράς πολύτιμων προσωπικών αντικειμένων στο Ντουμπάι.

Παράλληλα, εξέχοντα μέλη του δικτύου εξουσίας του Όρμπαν έχουν αποχωρήσει από τη χώρα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον γαμπρό του, Ίστβαν Τίμπορτς, ο οποίος μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του πέρυσι, μετά την έναρξη σπουδών της συζύγου του, Ράχελ Όρμπαν. Ο Τίμπορτς, ένας από τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους της Ουγγαρίας, δήλωσε μέσω εκπροσώπου ότι σκοπεύει να διατηρήσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη χώρα μέσω της επενδυτικής του εταιρείας BDPST, η οποία δραστηριοποιείται στους τομείς των χρηματοοικονομικών, της εφοδιαστικής, των ακινήτων και του τουρισμού, υπογραμμίζοντας ότι «ο όμιλος θα συνεχίσει να συμβάλλει στην ουγγρική οικονομία και παραμένει προσηλωμένος στη μακροπρόθεσμη παρουσία του στην Ουγγαρία». Δεν απάντησε, ωστόσο, στο αν σκοπεύει να επιστρέψει, ενώ δήλωσε ότι θα «συνεργαστεί πλήρως» με τις Αρχές.

Ο Μάγιαρ υποσχέθηκε τη δημιουργία και ενίσχυση των αρχών κατά της διαφθοράς και την επανεξέταση μεγάλων δημόσιων συμβάσεων, κάτι που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απελευθέρωση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν παγώσει λόγω ανησυχιών για διαφθορά και υπονόμευση δημοκρατικών δικαιωμάτων υπό τον Όρμπαν. «Αν κάποιος έχει κλέψει από τον εθνικό πλούτο, είτε πρόκειται για τον γαμπρό του Βίκτορ Όρμπαν είτε για τον Λόριντς Μεσάρος ή τον Άνταμ Ματόλτσι, τότε θα πρέπει να λογοδοτήσει και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες», δήλωσε.

Τόνισε επίσης ότι οι επιχειρηματίες θα απαλλαγούν από υποχρεώσεις του συστήματος Όρμπαν, όπως η επιλογή υπεργολάβων από τον κύκλο του ή η εκχώρηση συμβάσεων, επισημαίνοντας ότι θα μπορούν να λειτουργούν σε συνθήκες κανονικού ανταγωνισμού, διατηρώντας τα κέρδη τους χωρίς φόβο.

Στο μεταξύ, επιχειρηματίες που είχαν συνεργαστεί με το σύστημα Όρμπαν φαίνεται να αλλάζουν στάση ενόψει πολιτικής αλλαγής. Ο μεγιστάνας των μεταφορών Γκιόργκι Βάμπερερ, πρώην διορισμένος σε κρατικούς φορείς, πούλησε το 2023 το υπόλοιπο ποσοστό του στην εταιρεία Waberer’s Group στον γαμπρό του Όρμπαν και στράφηκε σε επενδύσεις στην υγεία και τα ακίνητα. Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, τάχθηκε υπέρ της αλλαγής καθεστώτος, γράφοντας ότι «θα αποφασίσετε αν ανήκετε στην Ευρώπη ή στους Ρώσους», ενώ το βράδυ των εκλογών γιόρτασε με σαμπάνια μαζί με τον Μάγιαρ, χαρακτηρίζοντας την ημέρα «μία από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής του».

Αντίστοιχα, ο επενδυτής Ντάνιελ Γέλινεκ, που είχε αποκτήσει συμμετοχή στην Waberer’s Group το 2020, αποστασιοποιήθηκε επίσης από το σύστημα, έχοντας πουλήσει σημαντικά ακίνητα στον Τίμπορτς, συμπεριλαμβανομένων ιστορικών πολυτελών ξενοδοχείων στη Βουδαπέστη. Ο ίδιος ανέφερε ότι σταμάτησε να συνεργάζεται με μέλη του καθεστώτος το 2024, όταν πούλησε τις συμμετοχές του, και επικεντρώθηκε στην επέκταση στην Ευρώπη.

Το βράδυ των εκλογών, όπως είπε, δέχθηκε δεκάδες μηνύματα από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές, που επιθυμούν να επιστρέψουν στην αγορά, σημειώνοντας ότι «υπάρχει τεράστιο περιθώριο για συμφωνίες private equity» και ότι η Ουγγαρία είναι «φθηνή», καθώς οι επενδυτές απέφευγαν τη χώρα λόγω του αυξημένου πολιτικού ρίσκου.

Τέλος, ο Σάντορ Τσάνι, πρόεδρος της μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας OTP για περισσότερα από 30 χρόνια και στενός φίλος του Όρμπαν, δήλωσε ότι δεν έχει λόγο να ανησυχεί, σε αντίθεση με «εκείνους που έπαιρναν δουλειές χωρίς σωστούς διαγωνισμούς». Τόνισε ότι θα υπάρξει «εποικοδομητική συνεργασία με κάθε κυβέρνηση», εκτιμώντας ότι το σύστημα Όρμπαν θα εξαφανιστεί από την οικονομία απλώς με την αποκατάσταση κανονικών συνθηκών αγοράς, κάτι που, όπως είπε, «μπορεί να γίνει πολύ εύκολα, αρκεί να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις».