Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ βρίσκονται στη σοβαρότερη κρίση της διατλαντικής τους σχέσης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, με ανοιχτό πλέον το ενδεχόμενο ακόμη και σταδιακής αποσύνδεσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας από την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Από το 1948, όταν η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία εγκαταστάθηκε στο Λάκενχιθ της Βρετανίας και λίγο αργότερα στη Ραμστάιν της Γερμανίας, οι ΗΠΑ οικοδόμησαν ένα πυκνό δίκτυο άνω των 40 βάσεων στην Ευρώπη, όπου σήμερα σταθμεύουν περίπου 85.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Για δεκαετίες, αυτή η παρουσία λειτούργησε ως «αυτοκρατορία κατόπιν πρόσκλησης», εξασφαλίζοντας την άμυνα της ηπείρου απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια στη Ρωσία. Σήμερα, όμως, για πρώτη φορά είναι ορατό το σενάριο σταδιακής αποχώρησης, καθώς η κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε Ευρώπη και ΗΠΑ βαθαίνει επικίνδυνα.

Η σπίθα ήταν ο πόλεμος στο Ιράν, τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, προκαλώντας δημόσια οργή στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η άρνηση ή απροθυμία αρκετών κυβερνήσεων να επιτρέψουν τη χρήση ευρωπαϊκών βάσεων για αποστολές στο ιρανικό θέατρο επιχειρήσεων εξόργισε τον Αμερικανό πρόεδρο, που χαρακτήρισε τους Ευρωπαίους «δειλούς» και το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη». Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έθεσε ευθέως το ερώτημα γιατί οι ΗΠΑ να διατηρούν βάσεις στην Ευρώπη, αν δεν μπορούν να τις αξιοποιήσουν «όταν τα πράγματα δυσκολεύουν».

ΗΠΑ – Ευρώπη: μια «δυστυχισμένη» συμμαχία

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η οργή είναι εξίσου έντονη, αν και πιο συγκρατημένη σε τόνο από τους περισσότερους ηγέτες. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μιλούν για έναν «κακοσχεδιασμένο και παράνομο» πόλεμο, ενώ η αυτοκρατορική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ –με εικόνες όπου παρομοιάζει τον εαυτό του με τον Ιησού και απειλές ότι μπορεί να «σβήσει έναν ολόκληρο πολιτισμό»– έχει διαβρώσει σχεδόν ολοκληρωτικά την εμπιστοσύνη στην αμερικανική ηγεσία. Την ίδια ώρα, δασμοί σε ευρωπαίους συμμάχους και ακόμη και απειλές «εισβολής» στη Γροιλανδία έχουν δημιουργήσει ένα δυστοπικό σκηνικό όπου δεν αποκλείεται πλέον θεωρητικά μια μελλοντική στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Δημοσκόπηση του Politico καταγράφει ότι στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία περισσότεροι πολίτες θεωρούν πλέον τις ΗΠΑ «απειλή» παρά «στενό σύμμαχο». Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει ενισχύσει την πολιτική του θέση μέσα από θεαματικές, δημοσίως διατυπωμένες καταδίκες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ακόμη και οι ηγέτες παραδοσιακών προπυργίων του ατλαντισμού, όπως η Πολωνία και η Γερμανία, τολμούν πλέον να αμφισβητήσουν ανοιχτά την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.

Ευρώπη χωρίς ΗΠΑ: ρίσκο ή ευκαιρία;

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα έχανε περισσότερο από μια σταδιακή απόσυρση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας: οι ΗΠΑ ή η Ευρώπη. Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα εξαρτάται από το αν συνεχίζει να επιδιώκει προβολή ισχύος στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Στην πράξη, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, οι αμερικανικές βάσεις στην ήπειρο χρησιμοποιήθηκαν εντατικά – ακόμη και ο πιλότος που καταρρίφθηκε πάνω από το Ιράν και διασώθηκε, πιθανότατα είχε απογειωθεί από τη βάση του Λάκενχιθ στη Βρετανία.

Αν οι ΗΠΑ ήταν βέβαιες ότι δεν θα χρειαστούν ποτέ ξανά αυτές τις βάσεις, θα μπορούσαν θεωρητικά να τις κλείσουν. Ωστόσο, με δεδομένη τη συχνότητα αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια τις τελευταίες δεκαετίες, θα ήταν μάλλον παράτολμο να θεωρήσει κανείς ότι ο τρέχων πόλεμος στο Ιράν θα είναι ο τελευταίος. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων και άλλων προϊόντων είναι σιωπηρά δεμένες με τη συνέχιση της αμερικανικής «ασπίδας» ασφαλείας – όσο η αξιοπιστία αυτής της εγγύησης φθίνει, το σύνθημα «αγοράζουμε ευρωπαϊκά» κερδίζει έδαφος.

Για την Ευρώπη, η αποχώρηση των ΗΠΑ θα άνοιγε μια περίοδο υψηλού στρατηγικού ρίσκου. Η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ προειδοποιεί ότι ρωσική επίθεση σε έδαφος του ΝΑΤΟ μπορεί να συμβεί ακόμη και μέσα στους επόμενους μήνες, την ώρα που Βερολίνο και Λονδίνο μιλούν για σοβαρό κίνδυνο μέσα στα επόμενα χρόνια. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε έχει αναγνωρίσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί προς το παρόν να αμυνθεί μόνη της απέναντι στη Ρωσία χωρίς την αμερικανική υποστήριξη, ιδίως σε κρίσιμες ικανότητες όπως αντιαεροπορική άμυνα, πληροφορίες και βαρέα μεταγωγικά αεροσκάφη.

Νατοϊκές δομές διοίκησης είναι επίσης δομημένες γύρω από την αμερικανική ηγεσία, κάτι που σημαίνει ότι τυχόν «αποαμερικανοποίηση» θα απαιτούσε χρόνια και τεράστιες επενδύσεις. Για αυτό, οι περισσότεροι ευρωπαίοι ηγέτες αποφεύγουν να κάνουν πράξη τη φαντασίωση μιας «Love Actually» στιγμής, όπου λένε κατάμουτρα στον Αμερικανό πρόεδρο «ως εδώ». Την ίδια ώρα, ακόμα και οι σεναριολογίες «εκδίκησης» που διακινούνται στην Ουάσιγκτον –όπως η αποπομπή της Ισπανίας από το ΝΑΤΟ ή η άρση αναγνώρισης της βρετανικής κυριαρχίας στα Φώκλαντ– δεν φτάνουν μέχρι το σημείο της ολοκληρωτικής αποχώρησης των αμερικανικών βάσεων από την Ευρώπη.

Στην πράξη, οι δύο πλευρές μοιάζουν παγιδευμένες σε έναν δυσλειτουργικό αλλά αναπόφευκτο «γάμο», όπου ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Ευρώπη μπορούν προς το παρόν να αντέξουν το κόστος ενός πλήρους «διαζυγίου». Ωστόσο, οι βαριές κουβέντες και οι μονομερείς κινήσεις που συσσωρεύονται στις δύο ακτές του Ατλαντικού αφήνουν πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Σε μια συμμαχία –όπως και σε έναν γάμο– αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στάδιο: όταν ακόμη δεν χωρίζεις, αλλά έχεις ήδη πει και κάνει πράγματα που δεν ξεχνιούνται.