Την ανάγκη σύνδεσης της ενεργειακής ασφάλειας με την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα επεσήμανε ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ Upstream, (θυγατρικής του ομίλου HELLENiQ ENERGY, που είναι υπεύθυνη για τον κλάδο Έρευνας και Παραγωγής Υδρογονανθράκων) κ. Τάσος Βλασσόπουλος, μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, στο πλαίσιο της συζήτησης με τίτλο «Shaping the Energy Future Across Regions».

Ο CEO υπογράμμισε ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν αποτελεί μια απομονωμένη έννοια, αλλά βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο οικοδομείται συνολικά το ενεργειακό οικοδόμημα. Όπως εξήγησε, η διασφάλιση επάρκειας και αξιοπιστίας στην ενέργεια συνδέεται άρρηκτα με τη δυνατότητα των χωρών να επενδύουν σε διαφορετικές πηγές και τεχνολογίες, χωρίς αποκλεισμούς και μονοδιάστατες προσεγγίσεις.

Τόνισε, μάλιστα, ότι η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί ισορροπία και ρεαλισμό, επισημαίνοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια εφοδιασμού χωρίς συνεχή εξέλιξη και επενδύσεις, είτε αυτές αφορούν παραδοσιακές μορφές ενέργειας είτε όχι. «Χωρίς ανάπτυξη, δεν μπορεί να υπάρξει ενεργειακή ασφάλεια», ήταν το βασικό μήνυμα που εξέπεμψε.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις στρατηγικές συνεργασίες, επισημαίνοντας ότι η HELLENiQ Upstream συμμετέχει ενεργά σε κοινά σχήματα με ενεργειακούς ομίλους – κολοσσούς όπως είναι η ExxonMobil και η Chevron. Οι συνεργασίες αυτές, όπως είπε, ενισχύουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των εγχώριων πόρων και επιταχύνουν την ωρίμανση των έργων έρευνας και παραγωγής.

Αναφερόμενος στις προοπτικές της Ελλάδας στον τομέα των υδρογονανθράκων, σημείωσε ότι, παρότι δεν υπάρχουν ακόμη πλήρως επιβεβαιωμένες μεγάλες ανακαλύψεις κοιτασμάτων, οι ενδείξεις και οι γεωλογικές δυνατότητες δημιουργούν ένα σαφές πεδίο ευκαιριών. Όπως τόνισε, η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων αποτελεί στρατηγικής σημασίας επιλογή για την Ελλάδα. Ο κ. Βλασσόπουλος ανέδειξε επίσης τη γεωστρατηγική διάσταση του ζητήματος, επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής ενέργειας ενισχύει τη θέση της χώρας μας στον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, όπως τόνισε, δημιουργεί προφανώς σημαντικά οικονομικά οφέλη, τόσο σε επίπεδο δημοσίων εσόδων όσο και σε επίπεδο επενδύσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε όμως και στον τομέα της απασχόλησης, σημειώνοντας ότι ο κλάδος μπορεί να δημιουργήσει ένα ευρύ φάσμα θέσεων εργασίας. Αυτές περιλαμβάνουν εξειδικευμένα επαγγέλματα, όπως γεωλόγοι, μηχανικοί και τεχνικοί, αλλά και ένα σύνολο υποστηρικτικών υπηρεσιών που αναπτύσσονται γύρω από τα έργα ενέργειας. «Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ένα πολλαπλασιαστικό όφελος για την οικονομία» υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Στάθηκε επίσης στη σημασία της ανάπτυξης συνεργασιών σε πολλαπλά επίπεδα, τόσο μεταξύ κρατών όσο και μεταξύ επιχειρήσεων.

Όπως εξήγησε, η ενεργειακή βιομηχανία απαιτεί συντονισμένη δράση, καθώς εμπλέκει διαφορετικούς φορείς, ρυθμιστικές αρχές, επενδυτές και τεχνικούς εταίρους. Η ενίσχυση της συνεργασίας αυτής, κατά την άποψή του, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτάχυνση των έργων.

Αναφορικά μάλιστα με τα χρονοδιαγράμματα που αφορούν την ανάπτυξη ενός κοιτάσματος υδρογονανθράκων, ο επικεφαλής της HELLENiQ Upstream εξήγησε πως η περίοδος από την αρχική ανακάλυψη έως την έναρξη παραγωγής κυμαίνεται συνήθως από τέσσερα έως δέκα χρόνια. Το διάστημα αυτό περιλαμβάνει διαδοχικά στάδια, όπως την επιβεβαίωση της ανακάλυψης, την αξιολόγηση του κοιτάσματος, τον σχεδιασμό ανάπτυξης, την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών και ακολούθως την έναρξη παραγωγής. Παράλληλα, ο χρόνος υλοποίησης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Μεταξύ αυτών είναι η γεωγραφική θέση του κοιτάσματος, το μέγεθος και η πολυπλοκότητά του, καθώς και το επίπεδο των απαιτούμενων υποδομών. Έργα που βρίσκονται κοντά σε ήδη ανεπτυγμένες εγκαταστάσεις μπορούν να προχωρήσουν ταχύτερα, ενώ πιο απομακρυσμένα ή τεχνικά απαιτητικά έργα χρειάζονται μεγαλύτερη προετοιμασία και επενδύσεις. Η ανάπτυξη τέτοιων έργων δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά, αλλά απαιτεί τη συμμετοχή πολλών διαφορετικών «παικτών» της αγοράς. Από μεγάλες διεθνείς εταιρείες μέχρι εξειδικευμένους προμηθευτές και τεχνικούς συνεργάτες, όλοι αποτελούν κρίκους μιας αλυσίδας που πρέπει να λειτουργεί συντονισμένα.

Κλείνοντας, ο κ. Βλασσόπουλος επεσήμανε ότι η επιτυχία της ενεργειακής στρατηγικής εξαρτάται από την ικανότητα συνεργασίας και τη δημιουργία ενός σταθερού και ελκυστικού περιβάλλοντος για επενδύσεις. Όπως τόνισε, μόνο μέσα από συνέργειες και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό μπορεί να επιτευχθεί η ταχύτερη δυνατή αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και να διασφαλιστεί η ενεργειακή επάρκεια στο μέλλον.