Το Πακιστάν στην πρώτη γραμμή της μυστικής διπλωματίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν βρίσκεται ο αρχηγός του στρατού Ασίμ Μουνίρ, επιχειρώντας να κρατήσει ζωντανές τις πιο κρίσιμες συνομιλίες των τελευταίων δεκαετιών, παρά τα αδιέξοδα και την αμοιβαία καχυποψία.

Ο πακιστανός στρατάρχης, πρώην επικεφαλής της διαβόητης υπηρεσίας πληροφοριών ISI, έχει μετατραπεί σε κεντρικό διαμεσολαβητή μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, ποντάροντας τόσο στις στενές επαφές του με την ιρανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία όσο και στην προσωπική σχέση που έχει αναπτύξει με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Μουνίρ πέρασε ημέρες στην Τεχεράνη, εναλλάσσοντας στολές παραλλαγής και σκούρο σακάκι, συναντώντας υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς και στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης, ενώ παράλληλα βρισκόταν διαρκώς σε επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο.

Πίσω από την ξαφνική αναβάθμιση του ρόλου του Πακιστάν βρίσκεται μια αναζωπυρωμένη σχέση με τις ΗΠΑ, η οποία «χτίστηκε» πάνω σε συμφωνίες για ορυκτά, κρυπτονομίσματα και real estate στη Νέα Υόρκη, αλλά και στην πρωτοβουλία του Ισλαμαμπάντ να προτείνει τον Τραμπ για Νόμπελ Ειρήνης.

Πακιστάν: ο νέος «μεσάζων» σε έναν επικίνδυνο πόλεμο

Σε αντίθεση με την πολυμερή, τεχνοκρατική διαδικασία που οδήγησε στη συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η πακιστανική μεσολάβηση βασίζεται σε μια πιο προσωποκεντρική, στρατιωτική προσέγγιση.

Ο Μουνίρ αξιοποιεί τις «καλές διασυνδέσεις» του με τους Φρουρούς της Επανάστασης, καθώς και την ικανότητά του να μιλά «τη γλώσσα» του ιρανικού στρατιωτικού κατεστημένου, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει όλα τα κέντρα ισχύος στην Τεχεράνη και να μην αφήσει καμία πλευρά να αισθανθεί αποκλεισμένη.

Ταυτόχρονα όμως βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αμερικανική ηγεσία που επιμένει στη διατήρηση ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια μέχρι την υπογραφή συμφωνίας, αλλά και με μια Τεχεράνη που αρνείται να επαναφέρει πλήρως σε λειτουργία τα Στενά του Ορμούζ, κρατώντας κλειδί την πίεση στα θαλάσσια περάσματα.

Η Ουάσινγκτον αναγνώρισε στον Μουνίρ την ευελιξία του να διατηρήσει την εκεχειρία, με τον Τραμπ να συμφωνεί στην παράτασή της μετά από συντονισμένο αίτημα του ίδιου και του πακιστανού πρωθυπουργού Σεχμπάζ Σαρίφ.

Ωστόσο, τα κρίσιμα ζητήματα –όπως ο βαθμός εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν και τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου υλικού– παραμένουν άλυτα, εγκλωβίζοντας το Πακιστάν στη γνωστή διπλωματική «παρτίδα νεύρων» όπου καμία πλευρά δεν θέλει να είναι εκείνη που θα «κλείσει πρώτη το μάτι».

Πακιστάν ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ιράν και Σαουδική Αραβία

Η είσοδος του Πακιστάν στο κέντρο της γεωπολιτικής σκακιέρας δεν είναι χωρίς κόστος: η Ισλαμαμπάντ εξαρτάται οικονομικά από τις ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου, φοβάται ενδεχόμενη σκλήρυνση των αμερικανικών κυρώσεων στο πυραυλικό της πρόγραμμα ή ακόμα και την αμφισβήτηση ενός πακέτου διάσωσης 7 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ.

Την ίδια στιγμή, έχει επιλέξει να εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη, παρά τα αμοιβαία διασυνοριακά πλήγματα το 2024, με τις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών να συνεργάζονται στενά με τους Φρουρούς της Επανάστασης για την καταστολή Βαλούχων αυτονομιστών και δικτύων λαθρεμπορίου στα 900 χιλιόμετρα κοινών συνόρων.

Αναλυτές υπενθυμίζουν ότι το Πακιστάν κάθε άλλο παρά ουδέτερος παίκτης είναι: έχει συνάψει συμφωνία αμοιβαίας άμυνας με τη Σαουδική Αραβία, ενώ τα στρατηγικά συμφέροντα της πακιστανικής στρατιωτικής ελίτ συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με αυτά της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της στον Κόλπο, παρά τις έντονες φιλοϊρανικές τάσεις ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού και ιδιαίτερα της σιιτικής μειονότητας των 40 εκατομμυρίων.

Η αμφιθυμία αυτή τροφοδοτεί βαθιά δυσπιστία στην Τεχεράνη, όπου αρκετοί φοβούνται ότι οι συνομιλίες μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως «παγίδα» για την επανεκκίνηση του πολέμου, την ώρα που ο Τραμπ διατηρεί τον ναυτικό αποκλεισμό και δηλώνει δημόσια ότι το Ιράν έχει ήδη αποδεχτεί τα περισσότερα αιτήματά του.

Ο ιρανός διαπραγματευτής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ ξεκαθαρίζει ότι η χώρα του δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί «υπό τη σκιά απειλών», ενώ διπλωμάτες στην περιοχή σημειώνουν ότι ο Μουνίρ δέχθηκε σκληρές ερωτήσεις στην Τεχεράνη για τα κίνητρα πίσω από τη μεσολάβησή του.

Θα αντέξει το Πακιστάν το βάρος της μεσολάβησης;

Παρά τις επιφυλάξεις, πηγές αναφέρουν ότι οι πακιστανοί μεσολαβητές είχαν πείσει τον Λευκό Οίκο και περιφερειακούς παίκτες ότι το Ιράν θα επέστρεφε στην Ισλαμαμπάντ για νέες συνομιλίες, σε σημείο που οι αρχές ετοιμάζονταν να «ντύσουν» την πόλη με πανό για μια πιθανή «Συμφωνία Ειρήνης του Ισλαμαμπάντ».

Η άρνηση της Τεχεράνης να ταξιδέψει τελικά στο Πακιστάν έφερε ένα ηχηρό φιάσκο, με την κυβέρνηση να αποφεύγει κάθε δημόσια κριτική στον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρει εμμέσως την ευθύνη στο Ιράν, προκαλώντας νέες αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος, αμερόληπτος μεσολαβητής.

Την ίδια ώρα, η πακιστανική ηγεσία κινείται σε λεπτή γραμμή και στο μέτωπο της σύγκρουσης Ισραήλ–Χεζμπολάχ στον Λίβανο: αν και ο Σαρίφ είχε υιοθετήσει δημοσίως την ιρανική ερμηνεία περί συμπερίληψης του Λιβάνου στην εκεχειρία, το Ισλαμαμπάντ απέφυγε να συγκρουστεί ανοικτά με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ όταν εκείνα υποστήριξαν το αντίθετο, σύμφωνα με τους Financial Times.

Διπλωμάτες που συμμετέχουν στο πακιστανικό παρασκήνιο χαρακτηρίζουν την αμερικανική προσέγγιση εξαιρετικά επιθετική, σημειώνοντας ότι οι δημόσιες απειλές του Τραμπ να «εξαλείψει έναν ολόκληρο πολιτισμό» στο Ιράν υπονομεύουν σοβαρά κάθε προσπάθεια αποσυμπίεσης.

Ειδικοί όπως ο Αλί Βαέζ και ο Βαλί Νάσρ αναγνωρίζουν ότι το Πακιστάν λειτουργεί ως σοβαρός συνομιλητής, αλλά επισημαίνουν ότι στερείται της εμπειρίας και της δημιουργικότητας που έδειξαν κατά το παρελθόν μεσολαβητές όπως το Κατάρ και το Ομάν, καθώς περιορίζεται κυρίως στο να πιέζει την ιρανική πλευρά να προσαρμοστεί στις αμερικανικές απαιτήσεις, χωρίς να φέρνει στο τραπέζι δικές του καινοτόμες λύσεις.