Μια λεπτομερής αναπαράσταση των γεγονότων αποκάλυψε πώς θα ήταν να βιώσει κάποιος την πρόσκρουση του αστεροειδή που εξαφάνισε τους δεινόσαυρους και άλλαξε για πάντα την ιστορία της Γης.
Πριν από περίπου 66 εκατομμύρια χρόνια, ένας διαστημικός βράχος πλάτους περίπου 10 χιλιομέτρων, γνωστός ως Τσικσουλούμπ, προσέκρουσε στο Μεξικό, προκαλώντας παγκόσμια καταστροφή. Η σύγκρουση εξαφάνισε τους δεινόσαυρους, προκάλεσε τεράστιες αλλαγές στον πλανήτη και άνοιξε τελικά τον δρόμο για την κυριαρχία των θηλαστικών και την εξέλιξη των ανθρώπων.
Η πρόσκρουση απελευθέρωσε ένα τεράστιο νέφος σκόνης και αιθάλης που κάλυψε μερικώς τον ήλιο και οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση της θερμοκρασίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, περισσότερο από το 50% όλων των ζωικών και φυτικών ειδών στη Γη εξαφανίστηκε.
Ο καθηγητής, Μάικλ Μπέντον, από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και η καθηγήτρια, Μόνικα Γκρέιντι, από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο περιέγραψαν με λεπτομέρειες τις εικόνες, τους ήχους και τις συνθήκες που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης.
«Το γεγονός προκάλεσε άμεσες αλλαγές στον πλανήτη και την ατμόσφαιρά του και οδήγησε στην εξαφάνιση των δεινοσαύρων και περίπου των μισών ειδών της Γης», ανέφεραν σε άρθρο τους στο The Conversation. «Αλλά πώς θα ήταν να βιώσει κάποιος μια τόσο γιγαντιαία πρόσκρουση; Θα πέθαινε ή θα επιβίωνε; Ως ειδικοί στους μετεωρίτες και την παλαιοντολογία αντίστοιχα, δημιουργήσαμε ένα λεπτομερές χρονολόγιο, βασισμένο σε δεκαετίες έρευνας».
Η στιγμή της πρόσκρουσης
Ο αστεροειδής, ο οποίος ήταν ορατός στον νυχτερινό ουρανό για περίπου μία εβδομάδα πριν από τη σύγκρουση, μπορούσε πλέον να διακριθεί ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας, μοιάζοντας με αστέρι ή πλανήτη που γινόταν σταδιακά όλο και πιο φωτεινός.
Τη στιγμή της πρόσκρουσης, ένα εκτυφλωτικό φως ακολουθήθηκε από εκκωφαντικό ηχητικό κύμα, καθώς ο αστεροειδής χτύπησε τη χερσόνησο Γιουκατάν στο νοτιοανατολικό Μεξικό, όπως αναφέρει η Daily Mail. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οτιδήποτε βρισκόταν κοντά στο σημείο πρόσκρουσης αποτεφρώθηκε ακαριαία.
Όπως εξήγησαν, ο αστεροειδής ήταν τόσο μεγάλος, ώστε σχεδόν σίγουρα έφτασε στο έδαφος πριν προλάβει οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα κοντά στη ζώνη πρόσκρουσης να αναζητήσει καταφύγιο. Ακόμα και σε απόσταση έως και 2.000 χιλιομέτρων από το επίκεντρο, οι ζωντανοί οργανισμοί θα σκοτώνονταν γρήγορα από τη θερμική ακτινοβολία και τους υπερηχητικούς ανέμους.

Πέντε λεπτά μετά την πρόσκρουση
Πέντε λεπτά αργότερα, οι άνεμοι μειώθηκαν σε ένταση αντίστοιχη με τυφώνα κατηγορίας 5, ισοπεδώνοντας τα πάντα σε απόσταση 1.500 χιλιομέτρων από το σημείο πρόσκρουσης. Η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας στην περιοχή εκτοξεύθηκε στους 226 βαθμούς Κελσίου και ο αέρας γέμισε με υπερθερμασμένο ατμό.
Στη συνέχεια ακολούθησαν τεράστια παλιρροϊκά κύματα που προκλήθηκαν από τις τεράστιες ποσότητες πετρωμάτων και νερού που εκτοπίστηκαν. Τα «μέγα τσουνάμι» ύψους 100 μέτρων έπληξαν αρχικά τις ακτές του σημερινού Κόλπου του Μεξικού.
Όσοι βρίσκονταν έως και 3.000 χιλιόμετρα μακριά και είχαν επιβιώσει από τα πρώτα δευτερόλεπτα, πιθανότατα πέθαναν από υπερθέρμανση, σεισμούς, τυφώνες, πυρκαγιές, πλημμύρες που προκλήθηκαν από τα τσουνάμι ή από λιωμένα υλικά της πρόσκρουσης.
Μία ώρα αργότερα
Μία ώρα μετά τη σύγκρουση, τα ωστικά κύματα σε στεριά και θάλασσα θεωρούνταν πλέον μικρό πρόβλημα μπροστά στη φωτιά που συνέχιζε να πέφτει από τον ουρανό. Ένα τεράστιο στρώμα σκόνης είχε ήδη περικυκλώσει τον πλανήτη, ενώ ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει ακόμα και σε περιοχές τόσο μακρινές όσο η Νέα Ζηλανδία και η Δανία.
Μία ημέρα μετά
Την επόμενη ημέρα, γιγαντιαία τσουνάμι κινούνταν ανατολικά στον Ατλαντικό και δυτικά στον Ειρηνικό, διατηρώντας ακόμη ύψος 50 μέτρων. Ο φλεγόμενος ουρανός προκάλεσε ανεξέλεγκτες πυρκαγιές σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Στην περιοχή της σημερινής Ευρώπης και Ασίας, ο ουρανός συνέχιζε να γεμίζει με σκόνη και αιθάλη, ενώ οι θερμοκρασίες άρχισαν να πέφτουν, καθώς το ηλιακό φως μπλοκαριζόταν.
Οι επιστήμονες εξήγησαν ότι τα δέντρα και τα φυτά, συμπεριλαμβανομένου του φυτοπλαγκτού, σταμάτησαν να λειτουργούν σαν να είχε έρθει χειμώνας, αδυνατώντας να πραγματοποιήσουν φωτοσύνθεση. Τα ζώα που εξαρτώνταν από θερμές συνθήκες άρχισαν σταδιακά να πεθαίνουν.
Μία εβδομάδα μετά
Μέσα σε μία εβδομάδα, το σκοτάδι γινόταν ολοένα και πιο πυκνό, ενώ η παγκόσμια θερμοκρασία της επιφάνειας της Γης είχε πέσει τουλάχιστον κατά 5 βαθμούς Κελσίου.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι περισσότεροι δεινόσαυροι, καθώς και τα μεγάλα ιπτάμενα και θαλάσσια ερπετά, πιθανότατα πέθαναν από το ψύχος μέσα σε αυτή την πρώτη εβδομάδα. Η πτώση της θερμοκρασίας και η εκτεταμένη νέφωση προκάλεσαν βροχές, όμως δεν επρόκειτο για συνηθισμένες βροχοπτώσεις. Όπως ανέφεραν, καταιγίδες όξινης βροχής έπληξαν ολόκληρη τη Γη.
Φυτά και ζώα στη στεριά και στις ρηχές θάλασσες καταστράφηκαν από τη διαβρωτική αυτή βροχή, ενώ η αποσυντιθέμενη βλάστηση, ο αποπνικτικός καπνός και τα αερολύματα θείου δημιούργησαν μια αφόρητη δυσοσμία στον πλανήτη.
Ένα έτος μετά
Έναν χρόνο αργότερα, η ατμόσφαιρα παρέμενε γεμάτη σκόνη και ο ήλιος δεν είχε εμφανιστεί. Η μέση θερμοκρασία της Γης ήταν πλέον 15 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη σε σύγκριση με πριν από την πρόσκρουση.
Σκελετοί δεινοσαύρων και θαλάσσιων ερπετών βρίσκονταν διασκορπισμένοι παντού, ενώ μικρά ζώα, όπως θηλαστικά στο μέγεθος αρουραίων και έντομα, επιβίωναν μέσα σε ρωγμές και σχισμές. Περισσότερο από το 50% των φυτών είχε εξαφανιστεί.

Δέκα χρόνια μετά
Δέκα χρόνια μετά την πρόσκρουση, η Γη εξακολουθούσε να βρίσκεται σε συνθήκες σκληρού χειμώνα. Λίμνες και ποτάμια στο εσωτερικό των ηπείρων παρέμεναν παγωμένα.
Οι ειδικοί σημείωσαν ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν άνθρωποι, ούτε καν μεγαλύτερα θηλαστικά, ενώ τόνισαν πως τα μόνα είδη που κατάφεραν να επιβιώσουν ήταν εκείνα που μπορούσαν να ζουν μέσα στο έδαφος ή κάτω από το νερό, γεγονός που καθιστούσε εξαιρετικά απίθανη την ανθρώπινη επιβίωση σε τέτοιες συνθήκες.
Παράλληλα, η ζωή άρχισε σταδιακά να ανακάμπτει μακριά από το σημείο της πρόσκρουσης, καθώς χελώνες, μικρότεροι κροκόδειλοι, σαύρες, φίδια, ορισμένα πτηνά που ζούσαν στο έδαφος και μικρά θηλαστικά άρχισαν να επαναποικίζουν τη Γη.
Η κληρονομιά της πρόσκρουσης 66 εκατομμύρια χρόνια μετά
Υπολογίζεται ότι περίπου τα μισά είδη φυτών και ζώων που υπήρχαν στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου εξαφανίστηκαν μετά την πρόσκρουση του αστεροειδή.
Ωστόσο, η εξαφάνιση των δεινοσαύρων επέτρεψε τη μεγάλη εξάπλωση και εξέλιξη των θηλαστικών. Όπως κατέληξαν οι ειδικοί, χωρίς τη σύγκρουση του αστεροειδή, τα πρωτεύοντα ίσως να μην είχαν φτάσει ποτέ στο επίπεδο εξέλιξης που βρίσκεται σήμερα ο άνθρωπος.
Παράλληλα, υπογράμμισαν ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι προκαλούν σήμερα ορισμένες από τις ίδιες αλλαγές στην ατμόσφαιρα που κάποτε οδήγησαν στην εξαφάνιση των προϊστορικών ερπετών, κάτι που θα μπορούσε στο μέλλον να οδηγήσει ακόμα και στη δική τους καταστροφή.