Με κατηγορίες κατά του λεγόμενου «ισραηλινού λόμπι» ότι παρέσυρε τον Αμερικανό πρόεδρο σε έναν λάθος πόλεμο εις βάρος ενός έθνους «που δεν συνιστά απειλή για τις ΗΠΑ» και με μια επιχείρηση που αλλοιώνει το δόγμα «Πρώτα η Αμερική», ο επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζόζεφ Κεντ, υπέβαλε την παραίτησή του.

Ποιο όμως είναι αυτό το ισχυρό ισραηλινό λόμπι;

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ το 1948 και οι Εβραίοι απέκτησαν μια περιοχή με την οποία μπορούσαν να ταυτιστούν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν η δεύτερη χώρα που παρείχε επίσημη αναγνώριση στο Ισραήλ κατά την ίδρυσή του, η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη, αλλά στα πρώτα χρόνια του νέου κράτους, όταν είχε τη μεγαλύτερη ανάγκη εξωτερικής υποστήριξης, η Αμερική προσέφερε πολύ λίγα. Στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ εναντίον των πέντε αραβικών στρατών που εισέβαλαν το 1948, η αμερικανική κυβέρνηση δεν του παρείχε όπλα. Ο ισραηλινός στρατός απέκτησε ορισμένα αμερικανικά όπλα μέσω μη κυβερνητικών διαύλων. Στον αγγλο-γαλλο-ισραηλινό πόλεμο του 1956 με την Αίγυπτο, η Ουάσιγκτον ανάγκασε το Ισραήλ να αποσυρθεί από θέσεις που είχε καταλάβει στις μάχες. Στη σαρωτική του νίκη επί τριών αραβικών χωρών τον Ιούνιο του 1967, το Ισραήλ βασίστηκε σε γαλλικά, και όχι αμερικανικά, όπλα. Σύμφωνα με πηγές από την Κνεσέτ, όχι μόνο το Ισραήλ δεν έλαβε αμερικανική βοήθεια όταν τη χρειαζόταν περισσότερο, αλλά, όπως δείχνουν τα γεγονότα μετά τον πόλεμο του 1956, η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή δεν ευνοούσε πάντοτε το Ισραήλ, παρά τις προσπάθειες του φιλοϊσραηλινού λόμπι.

Το 1981, οι Εβραίοι που ζούσαν στην Αμερική και οργανώθηκαν γρήγορα και αποτελεσματικά, μαζί με την ισραηλινή κυβέρνηση, αντιτάχθηκαν έντονα στην πώληση ενός προηγμένου συστήματος αερομεταφερόμενης έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, φοβούμενοι ότι θα χρησιμοποιούνταν με τρόπους που θα υπονόμευαν την ασφάλεια του Ισραήλ. Η πώληση, ωστόσο, προχώρησε. Το 2014, πάλι οι Ισραηλινοί επιφανείς πολίτες στις ΗΠΑ μαζί με την πλειονότητα της αμερικανικής κοινής γνώμης αντιτάχθηκαν στη συμφωνία για τα πυρηνικά της κυβέρνησης Ομπάμα με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης. Και αυτή η συμφωνία προχώρησε.

Η οικονομική επιφάνεια των Ισραηλινών πολιτών στην Ουάσιγκτον επηρέασε πολιτικές καταστάσεις λοιπόν στο παρελθόν και η αμερικανική εξωτερική πολιτική λειτούργησε προς όφελος του Ισραήλ πολύ περισσότερο που οι εσωτερικές πολιτικές αξίες των δύο χωρών, και ακόμη περισσότερο οι στρατηγικές τους προσεγγίσεις, ήταν ευθυγραμμισμένες. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Ισραήλ λειτούργησε ως ανάχωμα απέναντι σε φιλοσοβιετικές χώρες και κινήματα στη Μέση Ανατολή.

Στην περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, διατήρησε και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά και ήταν ο κύριος περιφερειακός αντίπαλος -και μακράν ο πιο αποτελεσματικός- της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, η οποία, από την ίδρυσή της το 1979, έχει απειλήσει τους συμμάχους και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Πράγματι, το Ισραήλ μπορεί να θεωρηθεί ο πιο πολύτιμος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών με την έννοια ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους συμμάχους της Αμερικής, έχει πράγματι πολεμήσει και κερδίσει πολέμους εναντίον αντιπάλων των Ηνωμένων Πολιτειών και το έχει κάνει χωρίς να ζητά ή να αναμένει αμερικανικά στρατεύματα να πολεμήσουν στο πλευρό των Ισραηλινών για τον σκοπό αυτό. Η κοινή επίθεση κατά του Ιράν που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου κατέδειξε εκ νέου την υψηλή στρατηγική αξία του Ισραήλ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, οι επικριτές του φιλοϊσραηλινού λόμπι υποστηρίζουν ότι διαφέρει από άλλες ομάδες συμφερόντων. Μία από τις κύριες φιλοϊσραηλινές οργανώσεις, η «Επιτροπή Δημόσιων Υποθέσεων Αμερικής-Ισραήλ», αποτελείται κυρίως από Εβραίους. Ωστόσο, η μακράν μεγαλύτερη φιλοϊσραηλινή ομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι «Χριστιανοί Ενωμένοι για το Ισραήλ», έχει σε μεγάλο βαθμό μη εβραϊκή, χριστιανική βάση μελών. Τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια άνθρωποι ανήκουν σε αυτή. Στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου το ισραηλινό λόμπι λοιπόν θα παίξει ρόλο στο αποτέλεσμα. Και αυτό ο Αμερικανός πρόεδρος -όντας ρεαλιστής- δεν μπορεί να το αγνοήσει.