Ο Ντόναλντ Τραμπ εργαλειοποιεί ανοιχτά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή για να πιέσει συμμάχους και αντιπάλους, με την Κίνα να βρίσκεται στο επίκεντρο των ενεργειακών και γεωπολιτικών του υπολογισμών.
Την ώρα που η σύγκρουση με το Ιράν κλιμακώνεται και το Στενό του Ορμούζ παραμένει κλειστό, ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να μετατρέψει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ σε διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι σε Πεκίνο, Τόκιο και Σεούλ, απαιτώντας «ευχαριστώ» και χειροπιαστή συνεισφορά στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του στον Λευκό Οίκο, «πολλές χώρες» έχουν ήδη ενημερώσει την Ουάσιγκτον ότι «έρχονται» για να βοηθήσουν στην προστασία των πλοίων στο Στενό του Ορμούζ, την ώρα που άλλες τον «απογοητεύουν βαθιά» αρνούμενες να στείλουν πολεμικά πλοία. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος προειδοποίησε ότι το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει «πολύ κακό μέλλον» αν οι σύμμαχοι δεν βοηθήσουν, δείχνει να στήνει δημόσια «πίνακα τιμής και ντροπής» για όσους επωφελούνται από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας χωρίς να πληρώνουν το τίμημα.
Τραμπ, Κίνα και το Στενό του Ορμούζ
Ο Τραμπ έχει καταστήσει την Κίνα κεντρικό στόχο στις πιέσεις του, υποστηρίζοντας σε συνέντευξή του στους Financial Times ότι «η Κίνα πρέπει να βοηθήσει» στο άνοιγμα του Στενού του Χορμούζ, επειδή «παίρνει το 90% του πετρελαίου της» μέσω αυτού του διαύλου. Το μήνυμα είναι σαφές: το Πεκίνο, ως ο μεγάλος ωφελημένος της ροής ενέργειας από τον Κόλπο, δεν μπορεί, κατά τον Τραμπ, να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τη σχετική ουδετερότητά του όσο οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν το κόστος της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λευκός Οίκος ζήτησε από την Κίνα να «καθυστερήσει» κατά «περίπου έναν μήνα» την πολυαναμενόμενη σύνοδο Τραμπ–Σι Τζινπίνγκ, με τον πρόεδρο να δηλώνει ότι «επειδή έχουμε πόλεμο, θέλω να είμαι εδώ» και να αφήνει να εννοηθεί πως η ατζέντα με το Πεκίνο περνά πλέον μέσα από το φίλτρο της κρίσης στον Περσικό Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ δηλώνει ότι η σύρραξη «δεν θα τελειώσει αυτή την εβδομάδα», αν και εκτιμά ότι θα «κλείσει σύντομα», επιχειρώντας να στείλει σήμα ελεγχόμενης κλιμάκωσης προς τις αγορές και τους συμμάχους. Οι τιμές του Brent, που παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για τρίτη συνεχόμενη συνεδρίαση παρά την πρόσφατη διόρθωση, υπενθυμίζουν πόσο ζωτική είναι η σταθερότητα του Στενού του Χορμούζ για τις ασιατικές οικονομίες και ιδιαίτερα για την Κίνα, η οποία βλέπει τον ενεργειακό της εφοδιασμό να μετατρέπεται σε μοχλό αμερικανικής πίεσης.
Τραμπ, Κίνα και «αχάριστοι» σύμμαχοι
Στο στόχαστρο του Τραμπ δεν βρίσκεται μόνο η Κίνα, αλλά και οι ασιατικοί της γείτονες. Δηλώνει «έκπληκτος» που η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα «δεν είναι πρόθυμες» να στείλουν πολεμικά πλοία στο Χορμούζ, παρότι είναι από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας από την περιοχή. Στην Ουάσιγκτον διαμορφώνεται έτσι ένα αφήγημα «τζαμπατζήδων», με τον πρόεδρο να επαναλαμβάνει ότι «το πρόβλημα με το ΝΑΤΟ είναι πως εμείς θα είμαστε πάντα εκεί γι’ αυτούς, αλλά αυτοί δεν θα είναι ποτέ εκεί για εμάς», αφήνοντας να εννοηθεί πως η λογική αυτή επεκτείνεται και στην ασφάλεια των θαλασσίων οδών προς όφελος ασιατικών οικονομιών.
Απέναντι σε αυτή τη γραμμή, ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία δηλώνουν ότι δεν πρόκειται «να παρασυρθούν σε έναν ευρύτερο πόλεμο», με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να θυμίζει ότι το ΝΑΤΟ «δεν είναι συμμαχία επέμβασης». Την ίδια στιγμή, πέντε ηγέτες της G7 (Καναδάς, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας και Ηνωμένου Βασιλείου) ζητούν «άμεση αποκλιμάκωση» στη σύγκρουση Ισραήλ–Χεζμπολάχ, προειδοποιώντας ότι μια μαζική χερσαία επιχείρηση του Ισραήλ θα είχε «καταστροφικές ανθρωπιστικές συνέπειες» και θα οδηγούσε σε παρατεταμένο πόλεμο. Στο φόντο αυτό, η Μέση Ανατολή φλέγεται: τα ΗΑΕ κλείνουν προσωρινά τον εναέριο χώρο τους λόγω πυραυλικών και drone επιθέσεων από το Ιράν, η Ντουμπάι διακόπτει προσωρινά τις πτήσεις μετά από φωτιά σε δεξαμενές καυσίμων, η Τεχεράνη πλήττει εγκαταστάσεις όπως το κομβικό κοίτασμα Shah, ενώ η Κουβέιτ ανακοινώνει συλλήψεις 16 προσώπων για υποτιθέμενες διασυνδέσεις με τη Χεζμπολάχ.
Τραμπ, Κίνα και το παιχνίδι των αγορών
Σε αυτό το σκηνικό, η ρητορική του Τραμπ προς την Κίνα και τους συμμάχους του λειτουργεί και ως μήνυμα προς τις αγορές. Η πτώση της τιμής του Brent κατά 2,8% στα 100,21 δολάρια τη Δευτέρα, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των δεικτών στη Νέα Υόρκη, δείχνει ότι οι επενδυτές «ποντάρουν» σε κάποια μορφή περιορισμένης αποκλιμάκωσης, έστω και με τον πόλεμο σε εξέλιξη. Τα χρηματιστήρια σε Ιαπωνία και Νότια Κορέα άνοιξαν με κέρδη 1,1% και 2,6% αντίστοιχα, δείχνοντας ότι οι ασιατικές αγορές απολαμβάνουν προσωρινή ανακούφιση από τη διόρθωση στις τιμές του πετρελαίου, παρότι παραμένουν εκτεθειμένες στον κίνδυνο περαιτέρω ιρανικών επιθέσεων σε ενεργειακή και μεταφορική υποδομή, σύμφωνα με τους Financial Times.
Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο εκτυλίσσεται ένα επικίνδυνο παιχνίδι νεύρων ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη: ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί διαψεύδει δημοσίευμα του Axios περί «επανενεργοποίησης» απευθείας δίαυλου με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, κάνοντας λόγο για προσπάθεια «παραπλάνησης» των πετρελαϊκών traders και της κοινής γνώμης, ενώ αμερικανικός αξιωματούχος, σύμφωνα με την ίδια πηγή, τον κατηγορεί ότι ψεύδεται και ότι ο ίδιος ξεκίνησε την επαφή. Μέσα σε αυτό το θολό διπλωματικό και στρατιωτικό τοπίο, ο Τραμπ επιχειρεί να ξαναγράψει τους όρους της αμερικανικής ηγεμονίας: ζητά από την Κίνα και τους υπόλοιπους μεγάλους εισαγωγείς να αποδείξουν στην πράξη ότι είναι έτοιμοι να μοιραστούν το κόστος της ασφάλειας μιας παγκόσμιας οικονομίας που εξακολουθεί να τροφοδοτείται από τα στενά περάσματα της Μέσης Ανατολής.