Ελπίδα ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες της Γενεύης την επόμενη εβδομάδα θα έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο εξέφρασε ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υπογραμμίζοντας όμως ότι η Ουκρανία καλείται «πολύ συχνά» να κάνει παραχωρήσεις.
Παράλληλα, κατηγόρησε τη Μόσχα ότι επιχειρεί να καθυστερήσει κρίσιμες αποφάσεις αλλάζοντας τον επικεφαλής διαπραγματευτή της.
Την Τρίτη και την Τετάρτη οι αντιπροσωπείες ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας αναμένεται να συναντηθούν στη Γενεύη, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να πιέζει για επίτευξη συμφωνίας που θα τερματίσει τον μεγαλύτερο πόλεμο στην Ευρώπη μετά το 1945.
«Ελπίζουμε πραγματικά πως οι τριμερείς συναντήσεις θα είναι σοβαρές και ουσιαστικές. Αλλά ειλικρινά, μερικές φορές μοιάζει σαν οι πλευρές να μιλούν για εντελώς διαφορετικά πράγματα», ανέφερε ο Ζελένσκι από το βήμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου.
Αγκάθι τα εδάφη, η Ρωσία θέλει το υπόλοιπο 20% του Ντονέτσκ
Το εδαφικό παραμένει το βασικό αδιέξοδο. Η Μόσχα απαιτεί από την Ουκρανία να παραδώσει το τελευταίο 20% της περιοχής του Ντονέτσκ που εξακολουθεί να ελέγχει, αίτημα που το Κίεβο απορρίπτει σταθερά.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Ζελένσκι αποκάλυψε ότι οι Αμερικανοί διαπραγματευτές ενημέρωσαν την Ουκρανία πως η Ρωσία υποσχέθηκε άμεσο τέλος στον πόλεμο εάν οι ουκρανικές δυνάμεις αποσυρθούν από το Ντονέτσκ. Ο ίδιος δήλωσε πρόθυμος να συζητήσει την αμερικανική πρόταση για ζώνη ελεύθερου εμπορίου στην περιοχή, με ταυτόχρονο «πάγωμα» της υπόλοιπης γραμμής του μετώπου μήκους 1.200 χιλιομέτρων.
Ο επικεφαλής διαπραγματευτής της Ουκρανίας, Ρουστέμ Ουμέροφ, συμπλήρωσε ότι οι μόνες ρεαλιστικές επιλογές είναι είτε διατήρηση των σημερινών γραμμών ελέγχου είτε η δημιουργία ελεύθερης οικονομικής ζώνης.
Η Ρωσία ελέγχει περίπου το 20% του ουκρανικού εδάφους – περιλαμβανομένης της Κριμαίας και τμημάτων του Ντονμπάς – ενώ από το 2024 έχει αυξήσει τα κέρδη της περίπου κατά 1,5%. Παράλληλα, οι συνεχείς αεροπορικές επιθέσεις άφησαν εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανούς χωρίς ρεύμα και θέρμανση μέσα στον πολικό χειμώνα.
Αιχμές κατά Ρωσίας, αίτημα για περισσότερες κυρώσεις και όπλα
Μετά από δύο γύρους διαπραγματεύσεων σε Αμπού Ντάμπι –που χαρακτηρίστηκαν μεν εποικοδομητικοί, αλλά χωρίς ουσιαστική πρόοδο– ο Ζελένσκι κάλεσε τους συμμάχους της Ουκρανίας να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία μέσω σκληρότερων κυρώσεων και ενισχυμένων αποστολών όπλων.
Θυμίζοντας την έκκληση που είχε απευθύνει πριν από τέσσερα χρόνια στο ίδιο φόρουμ, ο Ουκρανός πρόεδρος τόνισε ότι η Δύση «μιλάει πολύ» και «πράττει λίγο». Όπως είπε, ο Τραμπ έχει τη δύναμη να αναγκάσει τον Πούτιν να κηρύξει κατάπαυση του πυρός – προϋπόθεση απαραίτητη για να διεξαχθεί δημοψήφισμα σχετικά με πιθανή ειρηνευτική συμφωνία.
Ο Ζελένσκι αναγνώρισε πως αισθάνεται «λίγη» πίεση από τον Τραμπ, ο οποίος τον κάλεσε πρόσφατα «να μην χάσει την ευκαιρία» για ειρήνη. «Οι Αμερικανοί επανέρχονται συχνά στο θέμα των παραχωρήσεων – και πολύ συχνά αυτές συζητούνται μόνο για την Ουκρανία, όχι για τη Ρωσία», σημείωσε.
Ζήτησε επίσης να γίνει σαφές ποιες παραχωρήσεις είναι διατεθειμένη να κάνει η Μόσχα, αφού, όπως είπε, η Ουκρανία έχει ήδη κάνει αρκετές.
Η αλλαγή επικεφαλής στη ρωσική αντιπροσωπεία – με τον σύμβουλο του Πούτιν Βλαντίμιρ Μεντίνσκι να αντικαθιστά τον στρατιωτικό αξιωματούχο Ίγκορ Κοστιούκοφ – ξάφνιασε το Κίεβο, ανέφερε ο Ουκρανός ηγέτης, αφήνοντας αιχμές ότι στόχος είναι η καθυστέρηση αποφάσεων.
Ανησυχία για πιθανή αποδυνάμωση της αμερικανικής στήριξης
Ο Ζελένσκι εξέφρασε ανησυχία ότι οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο μπορεί να στρέψουν την προσοχή της κυβέρνησης Τραμπ σε εσωτερικά ζητήματα. Ωστόσο, ευελπιστεί ότι η Ουάσινγκτον θα μείνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και ότι η Ευρώπη – που όπως είπε είναι «ουσιαστικά απούσα» – θα αναλάβει πιο ενεργό ρόλο.
Ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε επίσης ότι η Ρωσία πρέπει να δεχθεί αποστολή επιτήρησης της κατάπαυσης του πυρός και ανταλλαγή αιχμαλώτων. Υπολόγισε ότι η Μόσχα κρατά περίπου 7.000 Ουκρανούς στρατιώτες, ενώ το Κίεβο έχει περισσότερους από 4.000 Ρώσους αιχμαλώτους.
Τέλος, υποστήριξε ότι ο Πούτιν αντιτίθεται στη μελλοντική ανάπτυξη γαλλικών και βρετανικών στρατευμάτων στην Ουκρανία – σχέδια που Παρίσι και Λονδίνο έχουν εκφράσει ετοιμότητα να υλοποιήσουν μετά τον πόλεμο – επειδή «θέλει να έχει την ευκαιρία να επιστρέψει».
