«Μην αισθάνεσαι ποτέ ντροπή», ήταν το πιο καθαρό μήνυμα της Ζιζέλ Πελικό προς τα θύματα κακοποίησης, στην πρώτη της τηλεοπτική συνέντευξη. Η Γαλλίδα επιζήσασα παρατεταμένων μαζικών βιασμών, τους οποίους ενορχήστρωνε ο σύζυγός της στο σπίτι τους, έγινε παγκόσμιο σύμβολο θάρρους όταν αρνήθηκε την ανωνυμία και επέλεξε η δίκη να γίνει δημόσια, αντί κεκλεισμένων των θυρών.
Σήμερα, περίπου έναν χρόνο μετά το πέρας της δίκης, έχει γίνει σημείο αναφοράς στη διεθνή συζήτηση για τη σεξουαλική βία, ενώ τις τελευταίες ημέρες μιλά ανοιχτά στα Μέσα Ενημέρωσης, στέλνοντας μία σειρά από μηνύματα για κάθε θύμα που παλεύει με εμπόδια, ενοχές, σιωπή και αμφιβολία, παραχωρώντας πριν από λίγες ημέρες την πρώτη της τηλεοπτική συνέντευξη στη Γαλλία και χθες την πρώτη της συνέντευξη σε αμερικανικό τηλεοπτικό κοινό.


Για το αίσθημα ενοχής: «Μην αισθάνεσαι ποτέ ντροπή»
«Η ντροπή κολλάει πάνω σου, κολλάει στο δέρμα σου. Και αυτή η ντροπή είναι μια δεύτερη καταδίκη, είναι ένας πόνος που επιβάλλεις εσύ στον εαυτό σου». Όπως είπε, η προσωπική της στάση είχε και συλλογικό νόημα. «Είπα στον εαυτό μου πως το να παλέψω ενάντια σε αυτό, σε ατομικό επίπεδο, είναι ταυτόχρονα ένας αγώνας για το συλλογικό. Αν μπορούσα εγώ να το κάνω, μπορούν κι άλλοι. Το μήνυμά μου ελπίδας προς όλα τα θύματα είναι: Μην αισθάνεσαι ποτέ ντροπή», είπε στην πρώτη της τηλεοπτική συνέντευξη, στο κανάλι France 5.
Ανάμεσα σε αυτά, υπάρχει και η φράση που είπε έξω από το δικαστήριο, μετά τις καταδίκες, και έκτοτε λειτουργεί σαν κάλεσμα και αντιστροφή της ενοχής. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά».
Για την επιλογή της να γίνει δημόσια η δίκη: «Κανείς δεν θα ήξερε τι μου είχαν κάνει»
Αν η δίκη είχε γίνει κεκλεισμένων των θυρών, αυτό θα είχε προστατεύσει τους κακοποιητές της και θα την είχε αφήσει μόνη μαζί τους στο δικαστήριο, «όμηρο της εμφάνισής τους, των ψεμάτων τους, της δειλίας τους και της περιφρόνησής τους», όπως εξήγησε η ίδια στα απομνημονεύματά της, που θα κυκλοφορήσουν διεθνώς στις 17 Φεβρουαρίου και αποσπάσματά τους έχουν ήδη δημοσιευθεί στον γαλλικό Τύπο.
Η ίδια γράφει: «Κανείς δεν θα ήξερε τι μου είχαν κάνει. Ούτε ένας δημοσιογράφος δεν θα ήταν εκεί για να γράψει τα ονόματά τους δίπλα στα εγκλήματά τους… Πάνω απ’ όλα, ούτε μια γυναίκα δεν θα μπορούσε να μπει και να καθίσει στην αίθουσα του δικαστηρίου για να νιώσει λιγότερο μόνη».

Για το αν θα έκανε το ίδιο, όντας νεότερη: «Θα φοβόμουν εκείνα τα καταραμένα βλέμματα»
«Αν ήμουν 20 χρόνια νεότερη, ίσως να μην τολμούσα να αρνηθώ μια κεκλεισμένων των θυρών διαδικασία. Θα φοβόμουν τα βλέμματα. Εκείνα τα καταραμένα βλέμματα που σε κάνουν το πρωί να κομπιάζεις ανάμεσα σε παντελόνι και φόρεμα. Που σε ακολουθούν ή σε αγνοούν, σε κολακεύουν και σε φέρνουν σε αμηχανία. Που υποτίθεται πως σου λένε ποια είσαι, πόσο αξίζεις και μετά σε εγκαταλείπουν καθώς μεγαλώνεις», αναφέρει σχετικά στο βιβλίο της που τιτλοφορείται «Και η χαρά της ζωής» και θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες.
Για την προδοσία από τον «άνθρωπό της»: «Με κοιτούσε στα μάτια, ενώ με δηλητηρίαζε»
Στη συνέντευξή της στο CBS, που είναι η πρώτη σε αμερικανικό μέσο, η Ζιζέλ Πελικό περιγράφει με ωμή καθαρότητα αυτό που, όπως λέει, δεν χωρά καν σε ανθρώπινη σκέψη: να υποψιαστείς ότι ο άνθρωπος με τον οποίο ζεις σε ναρκώνει. Δεν το παρουσιάζει ως «λάθος εκτίμηση», αλλά ως μια δεκαετή χειραγώγηση που στηρίχθηκε στο πιο απλό, καθημερινό πράγμα: στο βλέμμα.
«Πώς να φανταστείς ότι ο σύζυγός σου σε ναρκώνει; Είναι αδιανόητο, είναι αδύνατο. Στην πραγματικότητα, με χειραγωγούσε για περίπου δέκα χρόνια. Με κοιτούσε κάθε μέρα στα μάτια, γνωρίζοντας ότι με δηλητηρίαζε. Κι, όμως, εγώ δεν το έβλεπα. Έβλεπα έναν καλό, στοργικό άνθρωπο».
«Θέλω να τον κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια και να τον ρωτήσω: “Γιατί το έκανες αυτό;”», είπε σχετικά στην τηλεοπτική της συνέντευξη στο France 5.
Η Ζιζέλ Πελικό είναι μια γυναίκα που μετέτρεψε το τραύμα της σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς, αρνούμενη να κρυφτεί. Δεν ζητά λύπηση. Ζητά μετατόπιση, από την ντροπή στην ευθύνη και από τη σιωπή στο φως.





