Όταν το μεσημέρι της 6ης Μαρτίου 1964 τα ραδιόφωνα διέκοψαν το πρόγραμμά τους για να ανακοινώσουν τον θάνατο του Βασιλιά Παύλου, η είδηση δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία για τους μυημένους του πολιτικού παρασκηνίου, αλλά σόκαρε τη μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων.

Η χώρα έχανε τον ανώτατο άρχοντά της σε μια στιγμή που η δημοκρατία προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό της και η διαδοχή έφερε στην κορυφή της ιεραρχίας έναν νέο που δεν είχε προλάβει να δοκιμαστεί στις συμπληγάδες της εξουσίας.

Το παρασκήνιο μιας προαναγγελθείσας απώλειας

Ο Βασιλιάς Παύλος έπασχε από καρκίνο του στομάχου, μια διάγνωση που το Παλάτι και η κυβέρνηση προσπάθησαν να υποβαθμίσουν για εβδομάδες, κάνοντας λόγο για «έλκος». Η κατάσταση όμως ήταν μη αναστρέψιμη. Η απόφαση να χειρουργηθεί μέσα στα ανάκτορα του Τατοΐου και όχι σε κάποιο νοσοκομείο, μετέτρεψε τη βασιλική κατοικία σε ένα ιδιότυπο «κέντρο επιχειρήσεων».

Κορυφαίοι γιατροί από το εξωτερικό έφτασαν στην Αθήνα, ενώ η εικόνα της Φρειδερίκης να μεταφέρει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τήνου στο προσκέφαλό του, αποτύπωνε την απελπισία των τελευταίων στιγμών. Ο θάνατός του, λίγο μετά τις 16:00, σφράγισε μια πορεία 17 ετών στον θρόνο και ενεργοποίησε ταχύτατα τα συνταγματικά αντανακλαστικά για την ορκωμοσία του διαδόχου.

Ορκωμοσία υπό το βάρος της Ιστορίας

Λίγες μόλις ώρες μετά την εκπνοή του πατέρα του, ο Κωνσταντίνος Β’, σε ηλικία μόλις 23 ετών, πέρασε το κατώφλι των ανακτόρων της Ηρώδου Αττικού για να δώσει τον προβλεπόμενο όρκο. Η τελετή ήταν λιτή αλλά φορτισμένη.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε κερδίσει τις εκλογές λίγες εβδομάδες νωρίτερα με το εντυπωσιακό 53%, στάθηκε δίπλα στον νεαρό βασιλιά.

Ήταν μια εικόνα γεμάτη αντιθέσεις. Από τη μία ο «Γέρος της Δημοκρατίας», ένας έμπειρος πολιτικός στο απόγειο της δημοτικότητάς του, και από την άλλη ένας νεαρός μονάρχης που καλούνταν να διαχειριστεί τις λεπτές ισορροπίες του στρατού, της πολιτικής και των διεθνών πιέσεων.

Η ελληνική βασιλική οικογένεια αποκτούσε έναν νέο αρχηγό, όμως η σκιά του θανάτου του Παύλου άφηνε ένα κενό εξουσίας και επιρροής που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

Η λαϊκή συμμετοχή και το τέλος μιας εποχής

Η σορός του Παύλου μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα. Οι μαρτυρίες της εποχής περιγράφουν ατελείωτες ουρές πολιτών που περίμεναν για ώρες, παρά το κρύο, για να αποτίσουν φόρο τιμής.

Η κηδεία του αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ξένων ηγετών και γαλαζοαίματων που είδε ποτέ η Αθήνα, θυμίζοντας στην Ευρώπη ότι η Ελλάδα παρέμενε ένα κομβικό σημείο στον χάρτη των παραδοσιακών θεσμών.

Ωστόσο, πίσω από το πένθος, οι πολιτικοί αναλυτές της εποχής διέκριναν ήδη τα σύννεφα της κρίσης. Η απώλεια του Παύλου, ο οποίος λειτουργούσε ως ένας ιδιότυπος «πυροσβέστης» στις εντάσεις μεταξύ δεξιάς και κέντρου, άφησε τον Κωνσταντίνο εκτεθειμένο σε συμβούλους και επιρροές που σύντομα θα οδηγούσαν στα γεγονότα της Αποστασίας.

Μόλις έξι μήνες μετά την απώλεια του Βασιλιά Παύλου, ο νεαρός Κωνσταντίνος και η 18χρονη Άννα Μαρία της Δανίας ενώνονται με τα δεσμά του γάμου στη Μητρόπολη Αθηνών.
18 Σεπτεμβρίου 1964. Η Αθήνα φορά τα γιορτινά της για τον «γάμο του αιώνα». Μόλις έξι μήνες μετά την απώλεια του Βασιλιά Παύλου, ο νεαρός Κωνσταντίνος και η 18χρονη Άννα Μαρία της Δανίας ενώνονται με τα δεσμά του γάμου στη Μητρόπολη Αθηνών.
Μια τελετή που συγκέντρωσε την παγκόσμια ελίτ και χιλιάδες κόσμου στους δρόμους της πρωτεύουσας, σε μια προσπάθεια του θρόνου να εκπέμψει λάμψη και ελπίδα μέσα σε ένα κλίμα βαθιάς πολιτικής και ιστορικής μετάβασης.
Η Άννα Μαρία, η νεότερη βασίλισσα στον κόσμο εκείνη τη στιγμή, ξεκινά τη νέα της ζωή δίπλα στον τελευταίο μονάρχη της Ελλάδας, σε μια ημέρα που η χώρα έδειχνε να αφήνει πίσω της το βαρύ πένθος για χάρη της βασιλικής επισημότητας.