Η μικρή ανάπαυλα του τριημέρου του Αγίου Πνεύματος θα αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον πρωθυπουργό, ο οποίος βρίσκεται στην Κρήτη, προκειμένου να πάρει αποφάσεις απέναντι στις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις αλλά και να δρομολογήσει τις επόμενες περιοδείες και τις κινήσεις του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός απέναντι στον λαϊκισμό, θέλοντας να καταδείξει την άβυσσο που τον χωρίζει, πολιτικά και ιδεολογικά, με το σύνολο της αντιπολίτευσης.
Έχοντας την πεποίθηση εδώ και χρόνια ότι η σταθερότητα σε οικονομία και κοινωνία αποτελεί το βασικό πολιτικό του πλεονέκτημα, ο πρωθυπουργός από το βήμα του συνεδρίου του Economist στα Χανιά παρουσίασε ένα μέρος του σχεδίου και του οράματός του στο δρόμο για το ορόσημο του 2030.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει την οικονομική πορεία της χώρας με την ανάγκη πολιτικής συνέχειας και αποφυγής, όπως τόνισε, «εύκολων λύσεων» που στο παρελθόν οδήγησαν τη χώρα σε κρίση.

«Η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερο πολιτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών»
Το μήνυμα κατά του λαϊκισμού διαπέρασε σχεδόν ολόκληρη την τοποθέτησή του. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα ιδιαίτερο πολιτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς –όπως είπε– οι πολίτες έχουν βιώσει τις συνέπειες πολιτικών που στηρίχθηκαν σε εύκολες υποσχέσεις και αντισυστημική ρητορική. «Η Ελλάδα», είπε, «έχει ήδη πειραματιστεί με τους λαϊκιστές και αυτό δεν πήγε και πολύ καλά», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η κοινωνία θυμάται πως η χώρα έφτασε κοντά στη χρεοκοπία.
Με τη συγκεκριμένη αναφορά, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να δημιουργήσει μια σαφή πολιτική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, προβάλλοντας τη δική του κυβέρνηση ως δύναμη υπευθυνότητας και θεσμικής κανονικότητας. Παράλληλα, συνέδεσε τη σταθερότητα με τη δυνατότητα υλοποίησης μεταρρυθμίσεων, υποστηρίζοντας ότι η χώρα κατάφερε να αφήσει πίσω την περίοδο της ενισχυμένης εποπτείας επειδή υπήρξε πολιτική βούληση για δύσκολες αποφάσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στα οικονομικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής, παρουσιάζοντάς τα ως απτή απόδειξη ότι η επιλογή της σταθερότητας αποδίδει. Αναφέρθηκε στη μείωση της ανεργίας από το 18% στο επίπεδο κάτω του 8%, στην αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 650 στα 920 ευρώ και στη δημιουργία περίπου 600.000 θέσεων εργασίας. Ειδική αναφορά έκανε και στην επιστροφή νέων Ελλήνων από το εξωτερικό, παρουσιάζοντάς την ως ένδειξη εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας.
Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσίασε τις μεγάλες δημόσιες επενδύσεις στην Κρήτη –τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, το νέο αεροδρόμιο Ηρακλείου και τον Βόρειο Οδικό Άξονα– ως παραδείγματα ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου που συνδυάζει δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Το μήνυμα που επιχείρησε να περάσει ήταν ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αγορά, αλλά χρειάζεται ένα «ικανό κράτος» που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα.
Γιατί λέει όχι στις κυβερνήσεις συνεργασίας
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία είχε και η αναφορά του στις κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ευρώπη. Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε επικριτικός απέναντι στα μοντέλα πολυκομματικών κυβερνήσεων, λέγοντας ότι συχνά οδηγούν σε εσωτερικές συγκρούσεις και καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε εμμέσως το δίλημμα της αυτοδυναμίας, παρουσιάζοντας τη μονοκομματική κυβέρνηση ως πιο αποτελεσματική μορφή διακυβέρνησης.
Παράλληλα, επιχείρησε να δείξει ότι η κυβέρνηση δεν περιορίζεται μόνο στη δημοσιονομική διαχείριση, αλλά σχεδιάζει τη χώρα της επόμενης δεκαετίας. Αναφέρθηκε στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην πράσινη μετάβαση και στην ανάγκη η Ευρώπη να αποκτήσει μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Μέσα από τα λεγόμενά του, απέρριψε το δίπολο Μητσοτάκης ή χάος, αναγνώρισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικές πιέσεις, ιδιαίτερα λόγω της ακρίβειας και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος και υπογράμμισε ότι αυτά τα προβλήματα τροφοδοτούν αντισυστημικές και λαϊκιστικές δυνάμεις σε όλη την Ευρώπη, σημειώνοντας πως οι κυβερνήσεις οφείλουν να δίνουν πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα των πολιτών.