Οι ΗΠΑ κλιμακώνουν ξανά την αντιπαράθεση με το Ιράν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί με «πολύ χειρότερο» στρατιωτικό πλήγμα αν δεν υπάρξει νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Την ώρα που η Ουάσινγκτον στέλνει αεροπλανοφόρο και ναυτική αρμάδα στην περιοχή, η διεθνής ανησυχία για το πού πραγματικά βρίσκεται σήμερα το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα κορυφώνεται.
Το Ιράν επιμένει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα είναι αποκλειστικά ειρηνικό και προορίζεται για παραγωγή ενέργειας, με τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν να διαβεβαιώνει στον ΟΗΕ ότι «δεν θα επιδιώξει ποτέ πυρηνική βόμβα». Ωστόσο, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) έχει καταγγείλει πως η Τεχεράνη παραβίασε υποχρεώσεις διαφάνειας και δεν συνεργάζεται επαρκώς με τους επιθεωρητές, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο το πρόγραμμα να μην είναι «αποκλειστικά ειρηνικό».
Πριν από τους βομβαρδισμούς σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο, οι τελευταίοι έλεγχοι της ΙΑΕΑ έδειχναν ότι το Ιράν είχε συγκεντρώσει 441 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, ποσότητα που, αν εμπλουτιστεί περαιτέρω, επαρκεί για περίπου δώδεκα πυρηνικές βόμβες. Από τότε η Τεχεράνη έχει μπλοκάρει την πλήρη πρόσβαση των επιθεωρητών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σαφής εικόνα για τα σημερινά αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου.
Η διαδικασία εμπλουτισμού βασίζεται στη χρήση χιλιάδων φυγοκεντρητών που διαχωρίζουν τα ισότοπα ουρανίου και ανεβάζουν σταδιακά το ποσοστό του U‑235, του κρίσιμου συστατικού για πυρηνικά καύσιμα και όπλα. Ουράνιο εμπλουτισμένο περίπου στο 3,7% αρκεί για τους περισσότερους πυρηνικούς αντιδραστήρες, ενώ πάνω από 20% θεωρείται ήδη «υψηλά εμπλουτισμένο» και κάνει σχετικά γρήγορη τη μετάβαση σε οπλικό επίπεδο γύρω στο 90%. Σύμφωνα με ειδικούς, ακόμη και το ουράνιο 60% μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα ακατέργαστο πυρηνικό όπλο με μικρότερη ισχύ και αξιοπιστία.
Οι κρυφές δυνατότητες του Ιράν και ο κίνδυνος νέας σύγκρουσης
Παρά τους ισχυρισμούς Τραμπ ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν «εξαϋλώθηκε» μετά τις κοινές επιδρομές ΗΠΑ–Ισραήλ, δορυφορικές εικόνες και στρατιωτικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η Τεχεράνη διατήρησε κρίσιμες ικανότητες. Οι κύριες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού στο Νατάνζ και στο Φορντό χτυπήθηκαν με «βόμβες διάτρησης καταφυγίων», αλλά μεγάλο μέρος της υποδομής βρίσκεται δεκάδες μέτρα κάτω από τη γη, προστατευμένο από παχύ στρώμα σκυροδέματος και χάλυβα.
Το Πεντάγωνο εκτιμά ότι οι επιθέσεις καθυστέρησαν το πρόγραμμα του Ιράν κατά έναν έως δύο χρόνια, χωρίς όμως να το εξαλείψουν. Επιπλέον, η Τεχεράνη έχει ήδη παραδεχθεί την ύπαρξη τρίτου, μυστικού εργοστασίου εμπλουτισμού σε «ασφαλή τοποθεσία», ενισχύοντας τους φόβους για κρυφές εγκαταστάσεις που δεν έχουν ποτέ ελεγχθεί από την ΙΑΕΑ.
Ακόμη κι αν το Ιράν εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα ουρανίου οπλικού επιπέδου, θα πρέπει να ανακτήσει τις δυνατότητες μετατροπής του σε πυρηνικό πυρήνα σε μορφή μετάλλου, τομέας που επλήγη σοβαρά στην Ισφαχάν. Σύμφωνα με δυτικές υπηρεσίες, η Τεχεράνη έχει τις γνώσεις για ένα απλό «όπλο πυροβολικής διάταξης» τύπου Χιροσίμα, αλλά δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να κατασκευάσει μικρό, ανθεκτικό πυρηνικό πυραυλικό φορτίο ικανό να επιβιώσει κατά την επανείσοδο στην ατμόσφαιρα, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Την ίδια στιγμή, η επαναφορά των κυρώσεων του ΟΗΕ από τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω του μηχανισμού «snapback» σφίγγει περαιτέρω τη θηλιά γύρω από την οικονομία του Ιράν. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν εμπάργκο όπλων, απαγόρευση εμπλουτισμού και επεξεργασίας ουρανίου, πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, περιορισμούς σε πετρέλαιο και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την ώρα που η Ουάσινγκτον επαναφέρει την πολιτική «μέγιστης πίεσης». Οι Ευρωπαίοι πάντως δηλώνουν ότι η διπλωματία δεν έχει τελειώσει και ότι στόχος παραμένει να διασφαλιστεί πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.