Οι ΗΠΑ αλλάζουν ρότα στη Συρία, και η Τουρκία βρίσκεται ξανά στο κέντρο των εξελίξεων. Καθώς η Ουάσιγκτον τερματίζει ουσιαστικά τη στρατηγική της σχέση με τις κουρδικές δυνάμεις και αναγνωρίζει τη μεταβατική κυβέρνηση στη Δαμασκό, ανοίγει μια νέα φάση για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας και τις ισορροπίες Άγκυρας–Ουάσινγκτον.
Τα τελευταία δέκα χρόνια η Συρία υπήρξε ένα από τα πιο σύνθετα πεδία της μετα–Αραβικής Άνοιξης: κατεστραμμένο κράτος, μοιρασμένο ανάμεσα σε καθεστωτικές δυνάμεις, ξένους στρατούς, πολιτοφυλακές και διεθνείς «πληρεξούσιους». Σήμερα, αυτή η εποχή μοιάζει να μπαίνει σε νέα φάση, με την αναδυόμενη κεντρική εξουσία στη Δαμασκό να αλλάζει τους υπολογισμούς όλων των εμπλεκομένων. Οι ΗΠΑ ανακοινώνουν ανοικτά ότι η συνεργασία τους με τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) ολοκληρώνεται, ενώ παράλληλα ενισχύουν τους πολιτικούς τους δεσμούς με τον πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σάραα και τη μεταβατική κυβέρνηση. Για την Τουρκία, που εδώ και χρόνια θεωρούσε τη συνεργασία ΗΠΑ–SDF ως βασική πηγή έντασης στις διμερείς σχέσεις, αυτή η στροφή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Από την αρχή, η Ουάσινγκτον περιέγραφε τη συνεργασία με τις SDF ως «τακτική, υπό όρους και προσωρινή», προϊόν της απελπιστικής ανάγκης για έναν αποτελεσματικό τοπικό εταίρο στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIL). Στην πράξη όμως, αυτή η στρατιωτική συμπόρευση εξελίχθηκε σε de facto πολιτική σχέση, με τις κουρδικές ηγεσίες να διαχειρίζονται εδάφη, να στήνουν θεσμούς αυτοδιοίκησης και να προσδοκούν μακροπρόθεσμες δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας. Η επίσημη πλέον αναγνώριση ότι το «κεφάλαιο SDF» κλείνει, αποτέλεσε σοκ για πολλούς Κούρδους αξιωματούχους, που πίστευαν ότι η πολεμική συνεργασία θα μετεξελισσόταν σε πολιτική αναγνώριση ή μορφή αυτονομίας. Ωστόσο, από στρατηγική σκοπιά, η μετατόπιση ήταν μάλλον προβλέψιμη: η πτώση του καθεστώτος Άσαντ και η εγκαθίδρυση νέας κεντρικής εξουσίας άλλαξαν ριζικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η αμερικανική πολιτική.
Η Τουρκία και η νέα αμερικανική ιεράρχηση
Οι ΗΠΑ δείχνουν πλέον ξεκάθαρη προτίμηση στη συνεργασία με αναγνωρισμένα κράτη αντί για πολιτοφυλακές και υβριδικούς ένοπλους σχηματισμούς. Σε μια εποχή όπου η Ουάσινγκτον αναπροσαρμόζει τη στρατηγική της γύρω από τον ανταγωνισμό με την Κίνα, η Μέση Ανατολή δεν κατέχει πια την κεντρική θέση που είχε στην περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, «nation-building» και ανοιχτές στρατιωτικές δεσμεύσεις έχουν χάσει πολιτική στήριξη και στις δύο πτέρυγες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δαπανηρή και περίπλοκη συριακή εμπλοκή θεωρείται ολοένα και περισσότερο περιφερειακή σε σχέση με τις μεγάλες προτεραιότητες της Ουάσινγκτον.
Η νέα «δοctrine» ευνοεί μια διαχειριζόμενη σταθερότητα με ελάχιστη άμεση εμπλοκή: στόχος δεν είναι πια η αναδιαμόρφωση της Συρίας, αλλά η αποτροπή μιας νέας έκρηξης χάους που θα ανάγκαζε τις ΗΠΑ να κλιμακώσουν ξανά στρατιωτικά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μακροχρόνιες ανησυχίες ασφαλείας της Τουρκίας στα νότια σύνορά της αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα στη συζήτηση της Ουάσινγκτον. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η Άγκυρα συναναστρέφεται μια κυβέρνηση στη Δαμασκό που δεν είναι a priori δομικά εχθρική απέναντί της, γεγονός που από μόνο του συνιστά βαθιά αλλαγή στο περιφερειακό σκηνικό.
Τουρκία, Ιράν και Ισραήλ στο νέο σκηνικό
Η αναπροσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: τι περιμένει η Ουάσινγκτον από την Τουρκία; Ένας κεντρικός στόχος είναι ο περιορισμός της ιρανικής επιρροής στη Συρία, η οποία είχε οικοδομηθεί μέσω παραστρατιωτικών ομάδων και συμμαχίας με το παλαιό καθεστώς, αλλά έχει πλέον αποδυναμωθεί μετά την πολιτική μετάβαση στη Δαμασκό. Η πραγματιστική προσέγγιση της Τουρκίας προς τη νέα συριακή ηγεσία αντιμετωπίζεται στην Ουάσινγκτον ως πιθανός σταθεροποιητικός παράγοντας, ικανός να αποτρέψει την Τεχεράνη από το να ξαναχτίσει έναν ενιαίο «διάδρομο επιρροής» από το Ιράκ έως τον Λίβανο.
Δεύτερη, πιο ευαίσθητη διάσταση αφορά το Ισραήλ. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν θετικά μια διαδικασία ομαλοποίησης των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής. Ωστόσο, η εσωτερική πόλωση στο Ισραήλ και ο πόλεμος στη Γάζα καθιστούν απίθανη μια γρήγορη πλήρη επαναπροσέγγιση. Παρόλα αυτά, η στάση του Τελ Αβίβ απέναντι στις πρόσφατες επιχειρήσεις κατά των SDF είναι ενδεικτική: η απουσία σκληρών αντιδράσεων μοιάζει με σιωπηρή αποδοχή μιας ατζέντας αποκλιμάκωσης, αντί μιας ανοικτής αντιπαράθεσης, ακόμη κι αν το δημόσιο κλίμα παραμένει τεταμένο.
Τα αγκάθια στις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας
Καθώς το κουρδικό ζήτημα στη Συρία χάνει σταδιακά την κεντρική του θέση στην ατζέντα Ουάσινγκτον–Άγκυρας, το βλέμμα στρέφεται σε άλλα άλυτα ζητήματα: την αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία και τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Στις ΗΠΑ αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το αν υπάρχει πολιτικά βιώσιμη έξοδος από αυτό το αδιέξοδο, χωρίς όμως να αγνοούνται τα βαθιά δομικά εμπόδια. Η σκληρή στάση του Κογκρέσου, η ισχύουσα νομοθεσία κυρώσεων και η αντίσταση θεσμών της αμερικανικής γραφειοκρατίας περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών ακόμη και για έναν πρόθυμο Λευκό Οίκο. Επομένως, οποιαδήποτε πρόοδος θα είναι πιθανότατα σταδιακή και περιορισμένη, όχι θεαματική και ανατρεπτική.
Στο προσκήνιο παραμένει και το ερώτημα της βιωσιμότητας του σημερινού «συγχρονισμού» Άγκυρας–Ουάσινγκτον. Είναι ένα πρόσκαιρο αποτέλεσμα προσωπικών σχέσεων ηγετών ή μια βαθύτερη στρατηγική σύγκλιση; Η απάντηση τείνει προς το δεύτερο: οι ΗΠΑ επανακαθορίζουν τη διεθνή τους παρουσία, εγκαταλείποντας τον παλιό, «παγκοσμιοποιημένο» παρεμβατισμό υπέρ ενός πιο στενού, συμφεροντολογικού μοντέλου, δομημένου πάνω στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, τη μοιρασμένη περιφερειακή ευθύνη και μια πιο συναλλακτική διπλωματία.
Σε αυτή τη μετάβαση, η Τουρκία αναδεικνύεται σε κρίσιμο παίκτη, λιγότερο ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Δύσης και περισσότερο ως περιφερειακή δύναμη με δικό της υπολογίσιμο βάρος. Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ φαίνεται να μπαίνουν σε μια νέα εποχή, λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο βασισμένη σε σκληρούς γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Η Συρία, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι εξαίρεση στο νέο δόγμα της Ουάσινγκτον. Είναι το πιο χαρακτηριστικό του σύμπτωμα – το «σήμα» μιας εποχής όπου η Τουρκία θα καλείται συνεχώς να ισορροπεί ανάμεσα στις φιλοδοξίες της και στις απαιτήσεις ενός αναδιαμορφωμένου διεθνούς συστήματος.