Νέα στοιχεία που αφορούν το καλοκαίρι που συγκλόνισε την Ελλάδα και δοκίμασε τα όρια της Ευρωζώνης γίνονται γνωστά 11 χρόνια μετά. Οι πρωταγωνιστές μιλούν ανοιχτά και σπάνε τη σιωπή τους στο ντοκιμαντέρ των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτόριας Δενδρινού, «Στο Χιλιοστό».
«Ήμουν πολύ θυμωμένος», παραδέχεται ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ενώ ο Τόμας Βίζερ παραδέχεται πως «Αυτό ήταν το τέλος».
Οι δύο παράλληλες πραγματικότητες που συγκρούστηκαν μετωπικά αποκαλύπτονται «Στο Χιλιοστό». Την ώρα που στις Βρυξέλλες παιζόταν ένα σκληρό σκάκι για τα 380 εκατομμύρια ευρώ της διαφοράς, στην Αθήνα η θεωρία της διαπραγμάτευσης μεταφραζόταν ακαριαία σε άδεια ATM, ουρές στα βενζινάδικα και ένα δραματικό, οριακό θρίλερ για να αποφευχθεί το γενικευμένο χάος και η de facto επιστροφή στη δραχμή.
Το παρασκήνιο των Βρυξελλών και το «φαινόμενο» Γιούνκερ
Στην καρδιά των ευρωπαϊκών εξελίξεων της περιόδου 2014-2019, ο Μαργαρίτης Σχοινάς ήταν εκείνος που είχε αναλάβει έναν κομβικό ρόλο, αυτόν του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Ήμουν ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί προεδρίας Γιούνκερ, από το 2014 στο 2019. (Ο Γιούνκερ) μου είπε ότι σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές για την Ελλάδα θέλω η Ευρώπη να εκφράζεται από Έλληνα. Σε μια στιγμή που η Ελλάδα, ας μην γελιόμαστε, ήτανε μάλλον απαξιωμένη, στο μάτι του κυκλώνα» επισημαίνει ο ίδιος.
Ο τρόπος εργασίας του τότε Προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, απείχε πολύ από τα σύγχρονα τεχνοκρατικά πρότυπα. Απαντώντας σε ερώτηση για τη μέθοδό του, ο κ. Σχοινάς αποκαλύπτει: «Δεν δούλευε με κομπιούτερ και αριθμούς. Δεν ήταν ένας άνθρωπος αλγοριθμικός. Θεωρούσε ως πιο ασφαλές και αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας ένα αρχαίο Nokia του οποίου η μόνη δυνατότητα ήταν να διαβάζει και να στέλνει μηνύματα».
Αυτή η αντισυμβατική προσέγγιση αποτυπωνόταν και στην προσωπική εμπλοκή του Γιούνκερ με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα της κρίσης. Ο ίδιος ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ εξομολογείται: «Αυτό που θαύμαζα στην ελληνική περίπτωση ήταν το εντυπωσιακό σθένος του φτωχότερου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Και είχα μια ιδιαίτερη ευαισθησία προς εκείνους που δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε και που δεν είχαν πραγματικούς υπερασπιστές στην Ευρώπη. Τους έπαιρνα καμιά φορά τηλέφωνο, έτσι απλά, ελληνικές οικογένειες, για να τους ρωτήσω: “Πώς είναι η ζωή σας;” Και δεν πίστευαν ότι ήμουν εγώ».
«Με εξέπληξε ότι κατάλαβαν ποιος υποτίθεται ότι ήταν στο τηλέφωνο. Αλλά τους έδινα έναν αριθμό, γιατί κάποιοι ήθελαν να καλέσουν πίσω για να βεβαιωθούν ότι δεν επρόκειτο για φάρσα. Τους ρωτούσα: “Πώς είναι η κατάσταση στα νοσοκομεία;” Οπότε η Ελλάδα ήταν μέρα – νύχτα στο μυαλό μου, πρέπει να πω. Έχω περάσει τόσες πολλές νύχτες της ζωής μου με την Ελλάδα στο μυαλό μου. Δεν μπορείτε να φανταστείτε» δήλωσε.
«Ο Γιούνκερ ήταν απόλυτα προσηλωμένος στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ» λέει ο Βίζερ
Την απόλυτη αυτή δέσμευση επιβεβαιώνει και ο Τόμας Βίζερ, πρόεδρος του Euroworking Group (EWG) την περίοδο 2009-2018: «Ο Γιούνκερ ήταν απόλυτα προσηλωμένος στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Και νομίζω ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να το διασφαλίσει αυτό».
Το κρίσιμο 2015 – Το αδιέξοδο και οι εντάσεις
Η κατάσταση, όμως, στις διαπραγματεύσεις παρέμενε εκρηκτική. Ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά, τότε σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Ολλάντ, περιγράφει το κλίμα των ημερών λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν πήγαινε καθόλου καλά. Υπήρχαν πολλές εντάσεις μεταξύ των ηγετών, γιατί υπήρχε υπερβολικά αρνητικό κλίμα. Και έτσι κατέληξαν ότι θα ζητούσαν ξανά από το Eurogroup να προσπαθήσει να καταλήξει σε λύση τις επόμενες ημέρες».
Από την πλευρά της, η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ (2005-2021) έθετε το πλαίσιο των πιέσεων προς την Αθήνα: «Συζητήσαμε τη διαδικασία, τα επόμενα βήματα, και τον παροτρύναμε (τον Έλληνα Πρωθυπουργό) να αποδεχθεί την ασυνήθιστα γενναιόδωρη προσφορά των τριών θεσμών, ώστε να γίνει αυτό το τελευταίο βήμα».
Η απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, βασιζόταν σε μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία: «Οι θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ είναι η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, η ισότητα και ο αμοιβαίος σεβασμός. Αυτές οι αρχές δεν βασίστηκαν σε εκβιασμούς. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να θέτει σε κίνδυνο αυτές τις αρχές».
Το μοιραίο 24ωρο και η απόφαση για το δημοψήφισμα
Η ρήξη δεν άργησε να μεταφερθεί στο εσωτερικό της ελληνικής κυβέρνησης, με τα γεγονότα να εξελίσσονται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ο τότε Υπουργός Άμυνας, Πάνος Καμμένος (2015-2019), θυμάται το ξαφνικό τηλεφώνημα: «Με τον Πρωθυπουργό επικοινωνούσαμε συνήθως κάθε πρωί στις 8.30 με 9. Δέχομαι ένα τηλέφωνο, κατά τις 7 η ώρα, 6.30. Ήταν στις Βρυξέλλες. Κατάλαβα από τη φωνή του ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα. Και τον ρώτησα αν θέλει να πάω. Μου λέει “έλα”».
Την ίδια ώρα, ο Νίκος Παππάς, Υπουργός Επικρατείας (2015-2016), περιγράφει τις στιγμές που η κυβερνητική ομάδα ενημερώθηκε για τις εξελίξεις: «Μας ξυπνάνε το επόμενο πρωί οι άνθρωποι του γραφείου του Πρωθυπουργού, ο οποίος καλεί μια σύσκεψη στον 25ο στο ξενοδοχείο. Και είπε ότι δεν έχουμε καμία δυνατότητα αυτή τη στιγμή να ελπίζουμε σε κάτι βιώσιμο, πρέπει να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός με βάση αυτό που έχουμε στα χέρια μας».
«Έγινε αιφνίδια», σχολιάζει λιτά ο Γιώργος Σταθάκης, ενώ ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, τότε Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μεταφέρει την ατμόσφαιρα μέσα στην αίθουσα: «Ο Τσίπρας είπε ότι το πρόγραμμα που μας δώσανε είναι απαράδεκτο, δεν μπορούμε να το κάνουμε δεκτό. Θα προτείνουμε να γίνει δημοψήφισμα για την απόρριψή του. Το υπουργικό συμβούλιο πάγωσε. Μόνο αυτοί που ήμασταν από το αριστερό ρεύμα το είχαμε δει θετικά. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι ότι ο Τσίπρας αποφασίζει να αλλάξει γραμμή και να φύγει εν ανάγκη και από το ευρώ».
Στην αντίπερα όχθη, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος βρήκε στην απόφαση αυτή μια πολιτική διέξοδο, σκεπτόμενος «επιτέλους», καθώς, όπως σημειώνει: «Δεν υπήρχε κατά τη γνώμη μου καμία άλλη πολιτική διέξοδος από τον ευρωπαϊκό εκβιασμό». Την ίδια γραμμή στήριζε και η τότε Πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Σε παλαιότερη δήλωσή της τόνιζε πως «οι δανειστές επιχειρούν να τιμωρήσουν την κυβέρνηση που αντιστέκεται και τον λαό που δεν υποτάσσεται και δεν πειθαρχεί», ενώ συμπληρώνει σήμερα: «Αισθάνθηκα λοιπόν ανακούφιση. Ότι θα γίνει δημοψήφισμα και θα αποφασίσει ο λαός».
Οι διαφωνίες, τα ρίσκα και η επόμενη μέρα
Η απόφαση για το δημοψήφισμα, ωστόσο, δεν βρήκε ομόφωνη στήριξη στο υπουργικό συμβούλιο. Ο Γιώργος Σταθάκης εξηγεί τη δική του διαφωνία: «Το δίλημμα ήταν απλό. Έπρεπε να πάμε ή σε δημοψήφισμα ή σε εκλογές. Εγώ ήμουν υπέρ του να γίνουν εκλογές».
Τις εσωτερικές ισορροπίες και τις επιφυλάξεις αποκαλύπτει αναλυτικότερα ο Δημήτρης Μάρδας, τότε Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών: «Εκείνη την ώρα τρεις εξέφρασαν κάποια επιφύλαξη. Ο κ. Σταθάκης ο οποίος θυμάμαι είπε να πάμε σε εκλογές. Ο κ. Δραγασάκης ο οποίος ήταν πολύ συγκρατημένος, γιατί ήταν και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, και ο τρίτος ήμουν εγώ. Τους είχα πει τότε ότι φοβάμαι ότι δεν θα είναι κατανοητό το νόημα του δημοψηφίσματος.»
Όταν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ρωτήθηκε αν κάποιος έθεσε το ερώτημα «αν δεν κάνουν πίσω οι Ευρωπαίοι εμείς τι κάνουμε», ο ίδιος απάντησε αφοπλιστικά: «Ναι, το ρωτήσαμε αλλά δεν δόθηκε απάντηση σε αυτό. Απορρίπτοντας το σχέδιο… Το να περιμένει κανείς να γίνει επαναδιαπραγμάτευση για να υπάρξει κάποιο άλλο σχέδιο και τα λοιπά, ήτανε μια ουτοπία».
Αναλύοντας εκ των υστέρων τη δυναμική της επιλογής αυτής, ο Γιώργος Σταθάκης επισημαίνει: «Το δημοψήφισμα είχε ένα πιο ενισχυτικό χαρακτήρα για την κυβέρνηση, αυτό είναι σαφές, αν το κέρδιζε φυσικά. Αν το έχανε, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τελείωνε, αλλά αν το κέρδιζε, νομίζω ότι έδινε μεγάλο ατού και ισχύ στον ΣΥΡΙΖΑ να πάει την επόμενη μέρα στις Βρυξέλλες και να πει “εδώ είμαστε”».
Η αντίδραση των ξένων ηγετών
Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος προκάλεσε σοκ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά περιγράφει τις πρώτες διεθνείς επαφές: «Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να μιλήσει εκ νέου με τη Γερμανίδα Καγκελάριο και τον πρόεδρο Ολλάντ. Κι εκεί τους ενημέρωσε πως θα οργάνωνε δημοψήφισμα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ποιο θα ήταν το ερώτημα και τι θα στήριζε ο Έλληνας πρωθυπουργός. Γιατί αυτό καθόριζε τι αποτέλεσμα μπορούσαμε να περιμένουμε».
Ο Νικόλαους Μάγιερ-Λάντρουτ, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Μέρκελ (2011-2015), ήταν παρών την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε την Καγκελάριο για να της ανακοινώσει την απόφασή του: «Το δημοψήφισμα είναι μια πολύ ριψοκίνδυνη στρατηγική πολιτική. Κάθε κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει τι και πώς θέλει να το κάνει. Αυτό που μας εξέπληξε ήταν η ανακοίνωση πως θα τασσόταν κατά μιας συμφωνίας στην οποία, κατά την άποψή μας, είχε συμμετάσχει.»
Περιγράφοντας την αντίδραση της Άνγκελα Μέρκελ, ο κ. Μάγιερ-Λάντρουτ καταλήγει: «Το έλαβε υπόψη της και αυτό ήταν για μας το τέλος της συζήτησης. Τι μπορούσαμε να πούμε. Μπορούσαμε να εκφράσουμε την έκπληξή μας για τη διαδικασία αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά εκείνη τη στιγμή».
«Ο πρόεδρος Ολλάντ και η καγκελάριος Μέρκελ επικοινώνησαν ξανά και συμφώνησαν πως η κατάσταση ήταν κρίσιμη και πως θα έπρεπε να επικοινωνούν κάθε μέρα. Έμεναν δέκα μέρες μέχρι το δημοψήφισμα και αυτό και έκαναν» συμπληρώνει ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά.
Το «The End» των Doors και το σοκ των εταίρων
Το κλίμα μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος γίνεται ακόμα πιο βαρύ, με τις διεθνείς αντιδράσεις να κινούνται μεταξύ οργής, απογοήτευσης και απόλυτου αιφνιδιασμού. Για τους έμπειρους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, η κίνηση της Αθήνας δεν μεταφράστηκε απλώς ως μια πολιτική διαφωνία, αλλά ως η αρχή του τέλους.
Ο Τόμας Βίζερ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις σκέψεις του εκείνη τη νύχτα: «Σκεφτόμουν τους The Doors. Για πολλούς νεότερους, ένα άγνωστο ροκ συγκρότημα από την Καλιφόρνια. Αλλά ένας από τους ήχους που έχω στα αυτιά μου είναι ο στίχος “Αυτό είναι το τέλος, φίλε μου.” Και σχεδόν ήταν.»
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, δεν κρύβει την έντονη ενόχληση και τον θυμό του για τη στρατηγική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης: «Μας εξέπληξε τελείως. Πρώτον, δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Γιατί, λοιπόν, να δημιουργήσει αυτή την πολιτική δυναμική; Και δεύτερον, αν πρόκειται να κάνεις κάτι τέτοιο, θα ήταν συνετό να το συζητήσεις με τους εταίρους σου πρώτα. Είχα ταραχτεί πολύ. Είχα θυμώσει για τον απλούστατο λόγο πως δεν ήταν έντιμο απέναντι στον ελληνικό λαό. Του υπόσχονταν μια καλύτερη συμφωνία, ενώ ήξερα πως δεν υπήρχε καλύτερη συμφωνία».
Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, οι προειδοποιήσεις προς τον Πρωθυπουργό ήταν εξίσου δραματικές. Ο Σταύρος Θεοδωράκης, επικεφαλής του κόμματος «Το Ποτάμι» εκείνη την περίοδο, αποκαλύπτει τον διάλογο που είχε με τον Αλέξη Τσίπρα: «Είχαμε μιλήσει εκείνες τις ώρες, μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος και του είπα ότι αυτό που κάνεις είναι ολέθριο. Και μου λέει: “Υπερβάλλεις”. Πιστεύω ότι το πίστευε ότι υπερβάλλω, ότι τα πράγματα θα γίνονταν πολύ πιο ήσυχα».
Το επιχείρημα της Δημοκρατίας
Ο τότε Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου, θυμάται την επείγουσα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Έλληνα Πρωθυπουργό: «Ήμουν σε ένα αυτοκίνητο στη Νέα Υόρκη και μιλούσα μαζί του στο τηλέφωνο και του είπα: “Απλώς δεν το καταλαβαίνω” και είπε: “Η δημοκρατία είναι πολύ σημαντική στην Ελλάδα και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το σύστημα, που είναι ελληνικό”. Και έλεγε συνεχώς πως ήταν κάτι λογικό στην Ελλάδα. Δεν μπορούσαμε να δούμε πώς θα τελείωνε, αφήνοντάς του χώρο να κάνει περισσότερα, όχι λιγότερα. Γιατί αν ρωτήσεις τον κόσμο να κόψεις τα επιδόματά του, η απάντηση σε κάθε χώρα θα είναι όχι».
«Αυτό είναι παράλογο»
Στην ερώτηση αν εκείνη τη στιγμή όλοι πίστεψαν ότι η Ελλάδα βαδίζει πλέον οριστικά προς την έξοδο από το ευρώ, ο Μαργαρίτης Σχοινάς απαντά κοφτά: «Ναι. Ειδικά όταν άκουσα ότι εμείς θα προτείνουμε το “όχι”. Αυτό ήτανε ένα ηλεκτροσόκ».
Αυτή η αίσθηση του οριστικού αδιεξόδου κυριάρχησε ακόμα και ανάμεσα σε εκείνους που, πίσω από τις κλειστές πόρτες, έδιναν μάχη για να κρατήσουν την Ελλάδα ζωντανή. Ο Πίτερ Σπίγκελ, επικεφαλής του γραφείου των Financial Times στις Βρυξέλλες, θυμάται: «Εκείνη τη στιγμή ένιωσαν ότι όλα είχαν ουσιαστικά τελειώσει. Γιατί ακόμη και οι άνθρωποι που είχαν δουλέψει για τέσσερα ή πέντε χρόνια προσπαθώντας να σώσουν την Ελλάδα είχαν πει: “Τελειώσαμε. Προσπαθήσαμε. Διαπραγματευτήκαμε με τους Γερμανούς. Υπερασπιστήκαμε την Ελλάδα σε κάθε βήμα. Και αυτοί κάνουν αυτό;”»
Ο Μάρτιν Σέλμαγιερ (επικεφαλής του γραφείου του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ) από την πλευρά του τονίζει το πόσο παράλογη φάνταζε η απόφαση για τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, τη στιγμή που η τελική συμφωνία βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής: «Αν κάνουμε τα πάντα για να φέρουμε τις χώρες-πιστωτές τόσο κοντά στη δική σας κατεύθυνση, το χάσμα είναι μόλις 380 εκατομμύρια. Συνεχίζετε να διαπραγματεύεστε και να δουλεύετε πάνω σε αυτό. Αν για αυτό το πράγμα κάνετε δημοψήφισμα… αυτό είναι παράλογο.»
Για την Αθήνα, η κίνηση αυτή αποτελούσε το έσχατο διαπραγματευτικό χαρτί για την απεμπλοκή από τη λιτότητα, όπως σημειώνει ο Νίκος Παππάς: «Ο στόχος ήταν να βγει η χώρα από τα μνημόνια».
Ωστόσο, στην Ευρώπη, η τροπή αυτή ερμηνεύτηκε ως μια βαθιά προσωπική και θεσμική προδοσία. Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ περιγράφει με ένταση τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε τη ρήξη: «Ήμουν πολύ θυμωμένος. Εντελώς ξαφνικά και μετά από αρκετές διαπραγματεύσεις που κάναμε προχώρησε στην ιδέα του δημοψηφίσματος χωρίς να μου το πει. Η Μέρκελ και ο Ολλάντ ήταν εξίσου θυμωμένοι με εμένα. Ήταν τελείως ανεύθυνο. Για εκείνον ήταν εγχώριο θέμα. Για εμάς ήταν ευρωπαϊκό.»
«Ένα ψέμα» και μια «αόριστη υπόσχεση»
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν στάθηκαν μόνο στον αιφνιδιασμό, αλλά εξαπέλυσαν δριμεία επίθεση στη φύση και τη νομιμότητα του ερωτήματος που κλήθηκαν να απαντήσουν οι Έλληνες πολίτες. Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ παίρνει ξεκάθαρη θέση, χαρακτηρίζοντάς το ουσιαστικά προϊόν παραπλάνησης: «Η ερώτηση ήταν ένα ψέμα, δεν ήταν; Η ερώτηση ήταν αν θέλουν τη συμφωνία. “Η συμβουλή μας είναι να πείτε όχι.” Δεν υπήρχε συμφωνία. Και υπήρχε και το ερώτημα: ποια ήταν η εναλλακτική; Κανονικά, όταν απευθύνεσαι στους ψηφοφόρους, λες “Δεν είναι ανάγκη να το δεχτείτε, έχουμε καλύτερο σχέδιο.” Αλλά δεν υπήρχε καλύτερο σχέδιο. Υπήρχε μόνο η αόριστη υπόσχεση καλύτερης συμφωνίας αν ψηφίσουν “όχι”. Ο κόσμος παραπλανήθηκε».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γιούνκερ κάνει λόγο για «σκάνδαλο» και για μια βαθιά ψευδαίσθηση που καλλιεργήθηκε στο εσωτερικό της Ελλάδας: «Η πρόταση για την οποία ψήφιζαν οι Έλληνες δεν αντικατόπτριζε πια το σκεπτικό της Ευρωζώνης. Αυτό ήταν ένα σκάνδαλο κατά την άποψή μου, επειδή παραπλανούσε τον ελληνικό λαό. Ήταν απολύτως απαράδεκτη συμπεριφορά. Γιατί το να δίνεις στον ελληνικό λαό την εντύπωση πως αν ψήφιζε “όχι” τα πράγματα θα άλλαζαν, είναι κάπως ανόητη ιδέα, γιατί δεν μπορείς να αλλάξεις τη συνθήκη βάσει ενός μονόπλευρου δημοψηφίσματος. Έχουμε 28 δημοκρατίες στην Ευρώπη, όχι μόνο μια. Είναι η πιο χαρωπή, αλλά υπάρχουν κι άλλες.»
Οι «τεχνικές λεπτομέρειες» της βιωσιμότητας του χρέους
Πέρα από το καθαρά πολιτικό και θεσμικό σκέλος, η επιλογή να τεθεί σε λαϊκή ετυμηγορία ένα άκρως εξειδικευμένο οικονομικό κείμενο προκάλεσε την απόλυτη σύγχυση στους τεχνοκράτες που έτρεχαν το ελληνικό πρόγραμμα.
Ο Ντέκλαν Κοστέλο, επικεφαλής του ελληνικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2014-2019), μεταφέρει με έκδηλη απορία: «Δεν το καταλάβαινα. Το θεώρησα άδικο. Δηλαδή πώς είναι δυνατόν να ζητείται από κάποιον να αποφασίσει για ένα τεχνικό έγγραφο που αφορά την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους;»
Στην ερώτηση για το πώς ο μέσος Έλληνας πολίτης θα μπορούσε να κατανοήσει μια πρόταση εξαιρετικά τεχνική, που περιλάμβανε ακόμα και την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, ο Νίκος Παππάς απαντά με κατηγορηματικό τρόπο: «Μια χαρά το κατάλαβε. Ήξερε πάρα πολύ καλά ότι ψηφίζει την απόρριψη της πορείας που μας είχαν επιβάλει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Νομίζω ότι υποτιμάμε τον λαό αν λέμε ότι δεν καταλαβαίνει. Προφανώς, τεχνικές λεπτομέρειες, ακόμα και αν πάρετε, ας πούμε, έναν άνθρωπο ο οποίος είναι ενημερωμένος για τα πολιτικά, τεχνικές λεπτομέρειες μπορεί να μην ήξερε. Δεν είναι εκεί η ουσία. Η ουσία είναι ότι το δημοψήφισμα είναι η πρώτη στιγμή, η πρώτη στιγμή, που δίνεται το δικαίωμα επί του πρακτέου στον κόσμο να αποφασίζει για αυτά που του επιβάλλουν.»
Παραβίαζε το Σύνταγμα
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης (2011-2015) και πρώην Υπουργός Οικονομικών, θέτει ευθέως ζήτημα νομιμότητας: «Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν θεσμικά προκλητικό. Παραβίαζε το Σύνταγμα. Καταρχάς το Σύνταγμα απαγορεύει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος δημοσιονομικού αντικειμένου».
Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή πλευρά επέμενε ότι το πραγματικό επίδικο της κάλπης ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στο ψηφοδέλτιο. Όπως υπογραμμίζει ο Ντέκλαν Κοστέλο: «Το ερώτημα ήταν αν η Ελλάδα ήθελε και ήταν προετοιμασμένη να μείνει στο ευρώ. Και αυτό θα ήταν ένα ειλικρινές ερώτημα».
Η κυβέρνηση, ωστόσο, διάβαζε πίσω από τις απειλές των Βρυξελλών μια προσπάθεια πολιτικής εξόντωσης και όχι μια πραγματική πρόθεση για Grexit. Ο Νίκος Παππάς αναλύει το σκεπτικό του γύρω από το στρατηγικό παιχνίδι των δανειστών: «Εγώ δεν πιστεύω ότι θέλανε να μας βγάλουν από το ευρώ. Θέλαν να τσακίσουν την κυβέρνησή μας. Θέλανε να φτάσουν τα πράγματα σε ένα σημείο, όπου εμείς υπό το βάρος των εξελίξεων να καταρρεύσουμε, δηλαδή να μην υπάρχει ρευστότητα καθόλου, να μην μπορούμε να σταθούμε και να έρθει μια άλλη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, στην οποία θα ανοίξουν λελογισμένα την κάνουλα της ρευστότητας. Αυτός θεωρώ ότι ήταν ο στόχος. Και ότι η απειλή της εξόδου από το ευρώ ήταν ακριβώς για να επιτευχθεί αυτό».
Η μετάφραση του «Ναι» και του «Όχι»
Μέσα σε αυτό το πολωμένο περιβάλλον, οι δύο επιλογές απέκτησαν βαθύτατα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Απαντώντας στο τι σήμαινε πρακτικά η κάθε ψήφος, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος λέει: «Το “ναι” ήταν πιο καθαρό σε αυτή την πολιτική ατζέντα. Ότι θα έπρεπε να δεχτούμε ό,τι λένε οι Ευρωπαίοι, ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική, άλλος δρόμος. Η Ελλάδα είναι πάρα πολύ… αδύναμη για να διεκδικήσει οτιδήποτε άλλο, πρώτον. Και δεύτερον θεωρώ ότι εκπροσωπούσε πολιτικά τα συμφέροντα εκείνων οι οποίοι κέρδιζαν από τη μνημονιακή πολιτική. Δηλαδή… εκείνων οι οποίοι κέρδιζαν από την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, της μείωσης των μισθών, της απαξίωσης του κοινωνικού κράτους, της μείωσης των δαπανών στον δημόσιο τομέα. Το “όχι” ήταν η υπεράσπιση μιας στρατηγικής, ώστε να μπει τέλος στη λιτότητα και να ρυθμιστεί το ελληνικό χρέος».
Το επόμενο πρωί μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, το σκηνικό μεταφέρθηκε στις Βρυξέλλες, σε μία από τις πιο δραματικές και επεισοδιακές συνεδριάσεις στην ιστορία του Eurogroup. Η ελληνική πλευρά, έχοντας ήδη επιλέξει τον δρόμο της κάλπης, προσήλθε στη συνάντηση ζητώντας παράταση του υφιστάμενου προγράμματος, γεγονός που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των ομολόγων της.
Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς υποδέχθηκαν οι εταίροι το ελληνικό αίτημα, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ περιγράφει το κλίμα: «Μιλούσαμε μαζί τους για μήνες, κάνοντας σοβαρές διαπραγματεύσεις και προτού υπάρξει συμφωνία ανακοίνωσαν στον λαό και του ζητούσαν να την απορρίψει και να πει όχι. Την επόμενη μέρα έρχεται στο Eurogroup και λέει: “Μπορούμε να έχουμε νέο δάνειο; Μια επέκταση;” Τον ρώτησα αμέσως: “Είσαι τρελός; Θέλεις στα αλήθεια επέκταση μετά απ’ ό,τι έγινε χθες;”».
«Τελείωσε, ας πάνε στο καλό»
Ο Χάρης Γεωργιάδης, τότε Υπουργός Οικονομικών της Κύπρου (2013-2019), αποτυπώνει το αίσθημα πλήρους αποξένωσης που επικρατούσε στην αίθουσα: «Κανείς δεν ήθελε να ασχοληθεί περαιτέρω με την Ελλάδα. Αφού αυτό αποφάσισαν, ας πάνε στο καλό. Εμείς θα συνεχίσουμε τη δική μας πορεία. Δεν θέλουμε να ξανακούσουμε κουβέντα από τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών. Τελείωσε».
Στην αντεπίθεση του Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος δήλωσε στον Ντάισελμπλουμ πως «χρειαζόμαστε την επέκταση για να μην επέλθει το χάος», ο Πρόεδρος του Eurogroup απάντησε κοφτά: «Εσείς δημιουργήσατε αυτή την κατάσταση».
Η «ιστορική αποχώρηση» από το Eurogroup
Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Γερούν Ντάισελμπλουμ αποφάσισε να λήξει πρόωρα τη σύσκεψη, διαπιστώνοντας πως κανένα κράτος-μέλος δεν ήταν διατεθειμένο να υποχωρήσει: «Είπα “αυτό είναι το τέλος”. Κοίταξα γύρω στην αίθουσα. Όλοι κουνούσαν τα κεφάλια τους, έλεγαν “αποκλείεται, αυτό ήταν. Δεν θα γίνει επέκταση”. (Ο Βαρουφάκης) διαφώνησε τότε και είπε “δεν μπορείτε να πάρετε αυτή την απόφαση” και του είπα “γιατί όχι;” Και είπε “οι αποφάσεις του Eurogroup πρέπει να είναι πάντα ομόφωνες”. Κι εκείνη τη στιγμή ο Βαρουφάκης έφυγε από την αίθουσα. Απλώς σηκώθηκε κι έφυγε. Ήταν μια αναπάντεχη κατάσταση. Όλοι ένιωθαν τη σημασία, την ένταση».
Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωζώνης που ένας υπουργός αποχωρούσε από τη συνεδρίαση «κοπανώντας την πόρτα». Το πολιτικό μήνυμα των πιστωτών ήταν πλέον σαφές: «Εντάξει, εδώ σταματάμε. Βγαίνετε από το πρόγραμμα. Καλή τύχη».
Για τον ίδιο τον Ντάισελμπλουμ, η στιγμή εκείνη σήμανε την προσωπική του αποτυχία, προκαλώντας του έντονο ψυχολογικό και σωματικό στρες: «Προσωπικά, ένιωσα για πρώτη φορά πως έχασα τον έλεγχο. Πως ουσιαστικά αποτύχαμε. Γιατί η θέση μου πάντα ήταν πώς θα κρατήσουμε την Ελλάδα εντός. Θα είναι πολύ δύσκολο να συμφωνήσουν όλοι. Αλλά θα κρατήσουμε την Ελλάδα εντός. Ακόμα και με αυτή την κυβέρνηση, έτσι σκεφτόμουν. Και βασικά, αυτή ήταν η στιγμή που έφυγε από τα χέρια μου. Ξέρεις, όταν έχεις στρες και το νιώθεις στο σώμα σου, αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις. Γιατί πρέπει να παραμείνεις ήρεμος, ψύχραιμος και συγκροτημένος. Και πρέπει να μιλάς με ακρίβεια και σαφήνεια. Αλλά κατά κάποιο τρόπο ανατριχιάζεις μέσα σου. Νιώθεις την ένταση στο δέρμα σου. Έτσι ένιωθα.»
Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Ολλανδός αξιωματούχος βρέθηκε στην αίθουσα Τύπου, η οποία ήταν ασφυκτικά γεμάτη, καθώς οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη πληροφορηθεί ότι η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί πλήρως.
Η παρέμβαση Γιούνκερ
Μετά την αποχώρηση της ελληνικής αντιπροσωπείας, η συνεδρίαση ξανάρχισε με ένα τελείως διαφορετικό, σχεδόν πολεμικό αντικείμενο: την προστασία του κοινού νομίσματος από τις παρενέργειες ενός επαπειλούμενου Grexit. «Έπρεπε να συζητήσουμε τι θα γίνει στη συνέχεια. Και τι σημαίνει αυτό για την Ευρωζώνη. Έτσι ξανάρχισε η συνεδρίαση για να συζητήσουμε τι πρέπει να κάνουμε για να προστατεύσουμε την Ευρωζώνη, πώς θα θωρακίσουμε τα συμφέροντά μας κ.λπ. Και για ορισμένες χώρες, για ορισμένους υπουργούς, αυτό ήταν πραγματικό», σημειώνει ο Ντάισελμπλουμ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα πανικού και επιθετικών διαθέσεων, ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ προσπάθησε να λειτουργήσει ως πυροσβέστης, προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να αποτρέψει μια δημόσια καταδίκη που θα σφράγιζε οριστικά τη μοίρα της Ελλάδας: «Θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο, αν άλλα μέλη της ΕΕ σχολίαζαν πολύ αρνητικά αυτή την ιδέα. Οπότε έπρεπε να προσπαθήσω να πείσω τους άλλους να μην μιλήσουν και να περιμένουν λίγο ακόμα».
Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος μετατόπισε ακαριαία το κέντρο βάρους από το διπλωματικό θρίλερ των Βρυξελλών στην ωμή πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, ο φόβος της ολοκληρωτικής κατάρρευσης προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα πανικού στους πολίτες, φέρνοντας το εγχώριο τραπεζικό σύστημα στα όρια της εξαφάνισης.
Το αναπόφευκτο «bank run»
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, περιγράφει την πρώτη του αντίδραση όταν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης: «Με πήρε ο κύριος Δραγασάκης. Μου λέει ότι θα γίνει δημοψήφισμα. “Όπως καταλαβαίνεις”, του λέω, “Γιάννη, αυτό θα οδηγήσει τον κόσμο στα ATMs”. Όπως και έγινε. Και θα αναγκαστούμε να βάλουμε κάποιο… “Όχι”, μου λέει, “δεν είναι υποχρεωτικό”. Λέω: “Δυστυχώς είναι. Δεν μπορούμε να πάρουμε την ευθύνη και να αφήσουμε τις τράπεζες ανοιχτές μετά από αυτό”.»
Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά. Η Σταυρούλα Μηλιάκου, Γενική Διευθύντρια Προϋπολογισμού και Δημοσιονομικής Πολιτικής (2014-2018), μεταφέρει τις εικόνες εκείνης της νύχτας: «Αυτόματα μετά από λίγα λεπτά δημιουργήθηκαν ουρές σε βενζινάδικα και ATM. Πανικός του κόσμου».
«Τα ATMs αδειάσανε το Σάββατο εκείνο», συνεχίζει ο κ. Στουρνάρας. «Την Κυριακή δεν πήγανε χρήματα. Αν ανοίγανε Δευτέρα θα έτρεχε ο κόσμος να πάρει όλα του τα λεφτά. Δεν θα υπήρχανε, θα ήταν το κλασικό bank run που λένε».
Ζήτημα ωρών
Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώνεται και στα λόγια του Φωκίωνα Καραβία, Διευθύνοντος Συμβούλου της Eurobank, ο οποίος εξηγεί ότι καμία τράπεζα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς δραστικά μέτρα: «Δεν νομίζω ότι υπήρχε διαφορά ανάμεσα στη μία τράπεζα ή στην άλλη. Εάν δεν είχαν μπει τα capital controls ήταν θέμα όχι ημερών, ωρών την επόμενη μέρα που θα ανοίγαμε για την κάθε τράπεζα ουσιαστικά να εξαντλήσει τα διαθέσιμά της και να σταματήσει τη λειτουργία της, γιατί αναμέναμε ότι θα έχουμε ουρές έξω από τα τραπεζικά καταστήματα σε όλες τις τράπεζες για απόσυρση των τραπεζικών καταθέσεων. Η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος σήμαινε τη de facto επιστροφή της χώρας στη δραχμή ή σε κάποιο άλλο νόμισμα, όποιο θα ήταν αυτό».
Ο Τόμας Βίζερ τονίζει πως η ευρωπαϊκή πλευρά είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα την Αθήνα για τις συνέπειες: «Χωρίς τραπεζικό σύστημα, με ανταλλακτική οικονομία. Κατάρρευση. Ανεργία. Κοινωνική Κατάρρευση. Capital controls. Τους το είπαμε. Σε όλη την κυβέρνηση. Επανειλημμένως. Δεν μας άκουσαν. Δεν ήθελαν να μας ακούσουν».
Ο φόβος για «αιματοχυσία»
Η απόφαση για το κλείσιμο των τραπεζών λήφθηκε σε μια δραματική σύσκεψη στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο Γιάννης Στουρνάρας αποκαλύπτει το παρασκήνιο, τις εσωτερικές επιστολές, αλλά και το ακραίο εναλλακτικό σχέδιο που θα μπορούσε να εφαρμόσει προκειμένου να μην ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα: «Το επόμενο βήμα, πήγαμε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ήτανε όλοι, Τράπεζα της Ελλάδος, Υπουργείο Οικονομικών, Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, εμπορικοί τραπεζίτες, και τους είπαμε “αυτό είναι το σχέδιο. Πρέπει να πάμε σε κλείσιμο τραπεζών και capital controls”. Οι τράπεζες θα πρέπει να παραμείνουν κλειστές μέχρις ότου βρεθεί συμφωνία.»
Όταν ο Διοικητής της ΤτΕ ρωτήθηκε αν το οικονομικό επιτελείο κατανοούσε τη λειτουργία της ΕΚΤ, η απάντησή του ήταν αρνητική:
«Όχι πολύ. Να γυρίσουμε λίγο πίσω να σας πω για τις επιστολές που διαρκώς έστελνα στον Πρωθυπουργό και του εξηγούσα τι θα συμβεί εάν δεν υπάρχει πρόγραμμα, ότι θα κοπεί η χρηματοδότηση, θα πάμε σε ELA. Υπήρχε αυτή η διελκυστίνδα η συνεχής. Αναγκάστηκα να πάω στον κύριο Δραγασάκη τότε και να του πω ότι όπως πάμε, αν δεν υπάρχει συμφωνία στο Eurogroup, φοβάμαι ότι θα υπάρξει κάποια στιγμή… bank run. Του λέω “αυτό είναι το manual. Αυτό θα εφαρμοστεί. Αυτές θα είναι οι συνέπειες”. Κάθε χώρα όφειλε να έχει ένα τέτοιο manual. Και είχαμε κι εμείς. Φύγαμε νωρίς το απόγευμα με συμφωνία ότι τα έχουμε βρει. Και είπαμε ότι 12 το βράδυ θα γίνει η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου να δούμε πώς ακριβώς πάει, διότι η απόφαση ήταν ότι δεν θα πρέπει να ανοίξουν με τίποτα οι τράπεζες τη Δευτέρα. Να σας το πω έτσι: Φοβόμασταν αιματοχυσία. Άρα τις τράπεζες δεν θα τις αφήναμε να ανοίξουν. Εάν δεν κλείνανε με επίσημο τρόπο, με ΦΕΚ, είχαμε και άλλους τρόπους να το κάνουμε, αλλά πολύ πιο επώδυνους, το οποίο θα διαιώνιζε μια κατάσταση: Να αφαιρούσαμε τις άδειες από τις τράπεζες. Δεν θα είχε τράπεζες όμως η Ελλάδα πια. Θα ήτανε μια κατάσταση πρωτόγονη. Αλλά και πάλι καλύτερη από το να ανοίγανε οι τράπεζες».
Η αγωνία κορυφώθηκε λίγα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα, λόγω των αντιρρήσεων του Υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη: «Είχε φτάσει εντεκάμιση η ώρα. Παίρνω τον κύριο Σαγιά [Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης], μου είπε στην ουσία ότι αντιδρά ο Υπουργός Οικονομικών. Αλλά τελικά 12 παρά 5 με πήρε και μου είπε “βγήκε”. Οπότε πήρα τηλέφωνο, μπήκα στο teleconference. Και υπήρχε ένας αναστεναγμός ανακούφισης από όλους. Ότι αποφύγαμε τουλάχιστον τα χειρότερα».
Ένα ρεκόρ μέσα στο χάος
Τη Δευτέρα το πρωί, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο κέντρο επιχειρήσεων. Ο Δημήτρης Μάρδας, Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, περιγράφει την επιχείρηση express που στήθηκε: «Άδειασε ένας ολόκληρος όροφος. Με καροτσάκια μεταφέρονταν υπολογιστές, εκτυπωτές από το Υπουργείο Οικονομικών και από την Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ήρθαν στελέχη και εγκαταστάθηκαν εδώ. Ήρθαν οι κομπιουτεράδες, όλοι σύνδεσαν τα συστήματα έτσι ώστε να λειτουργούν άψογα χωρίς κανένα πρόβλημα».
Η Σταυρούλα Μηλιάκου βρέθηκε ξαφνικά στο τιμόνι μιας Επιτροπής που έπρεπε να διαχειριστεί την απόλυτη παγωνιά της αγοράς: «Τη Δευτέρα το πρωί βρήκα στο γραφείο μου μία απόφαση που με όριζε Πρόεδρο της Επιτροπής Τραπεζικών Συναλλαγών, γιατί οι τράπεζες είχαν ήδη κλείσει και ξεκινούσε ο επόμενος εφιάλτης. Είχαν παγώσει όλες οι συναλλαγές με το εξωτερικό. Και με το εσωτερικό βέβαια, αφού ήταν κλειστές οι τράπεζες. Δεν μπορούσε να φύγει ούτε ένα ευρώ ως συνάλλαγμα. Με αποτέλεσμα, όταν ήρθα εγώ το πρωί, ήδη είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος, να χτυπάνε τα τηλέφωνα. Κόσμος να είναι από κάτω στο γραφείο μου, δεν είχαμε προλάβει ούτε καν η ασφάλεια να μπορέσει να συμμαζέψει τον κόσμο. Ο κόσμος να ουρλιάζει, “θέλουμε τις καταθέσεις μας” κτλ. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, τι να σας πω, στη διπλανή αίθουσα, στα γραφεία, στα κενά γραφεία, όπου υπήρχαν κενά γραφεία ακόμα και σε κουζίνες, να μπορέσουν να έρθουν άνθρωποι για να αρχίσουν να παίρνουν τα αιτήματα από τις τράπεζες, να τα φέρουν στην Επιτροπή για να εγκρίνονται και να προχωράει η διαδικασία. Όλα αυτά, νομίζω ότι πρέπει να είναι ρεκόρ του ελληνικού δημοσίου, έγιναν μέσα σε 10 ώρες».
«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»
Όπως ομολογεί η κυρία Μηλιάκου, η Επιτροπή κλήθηκε να λειτουργήσει χωρίς καμία γραμμή ή προετοιμασία από την κυβέρνηση:
«Δεν είχαμε πάρει κάποιες συγκεκριμένες οδηγίες. Αυτή η κατάσταση ήταν λίγο “απόψε αυτοσχεδιάζουμε”. Θυμάμαι ότι η εισήγησή μου τότε στην Επιτροπή ήτανε: “Κοιτάξτε να δείτε, αν για 50 ή 60 χιλιάδες ευρώ κινδυνεύσει ένας άνθρωπος, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να το πάρω στην ψυχή μου και να συμβεί κάτι τέτοιο, και επομένως για θέματα ιατρικών θα πρέπει να έχουμε μια πιο ευέλικτη διαδικασία, τουλάχιστον μέχρι ένα ύψος, ένα ποσό”.
Νομίζω ήταν και από τις πρώτες-πρώτες μέρες που… είχε πάρει ένας πατέρας. Είχε πεθάνει το παιδί του στο εξωτερικό, έπρεπε να επαναπατρίσει τη σορό του παιδιού. Και προς αυτό χρειάζονταν κάποια χρήματα να φύγουν. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να κάνει τη διαδικασία. Ήταν το πιο σοκαριστικό που είχαμε αντιμετωπίσει, που θυμάμαι εγώ πολύ έντονα.
Η αγωνία ήταν συνεχής γιατί, δεδομένων των συνθηκών, όπως στήθηκε η Επιτροπή Συναλλαγών, ήταν πάρα πολύ εύκολο κάποιο αίτημα να παραπέσει. Με αποτέλεσμα να κινδυνεύει συνεχώς να μείνουν τα νοσοκομεία χωρίς αίμα, χωρίς φάρμακα. Να σπάσει η αλυσίδα του εφοδιασμού των τροφίμων και να δούμε εικόνες που και τότε αλλά και τώρα έχουμε δει, να τσακώνεται κόσμος για ένα κοτόπουλο ή για μια φρατζόλα ψωμί στα σούπερ μάρκετ».
«Ευχαριστούμε που κλείσατε τις τράπεζες για τις επιχειρήσεις μας»
Μετά από μια εβδομάδα εξαντλητικής προσπάθειας για να κρατηθεί όρθιος ο βασικός εφοδιασμός της χώρας, η κόπωση είχε καταβάλει τα στελέχη του Υπουργείου.
Ο Δημήτρης Μάρδας κλείνει με μια προσωπική, φορτισμένη ιστορία: «Ήταν ημέρα Παρασκευή, είχε περάσει η πρώτη βδομάδα, ήταν όλοι διαλυμένοι στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Τους διώχνω όλους από το γραφείο και τους λέω “φύγετε, εν πάση περιπτώσει πάτε ξεκουραστείτε. Εγώ θα μείνω μέχρι αργά το βράδυ” και είχαν μείνει και τρεις σύμβουλοί μου. Τους λέω “πάμε να σας κεράσω έξω εδώ στη Στοά”. Και εκεί που καθόμαστε έρχεται ένα γκαρσόνι με τρία ποτηράκια, τέσσερα ποτηράκια, τσίπουρο. Και λέει: “Οι κυρίες, λέει, σας το προσφέρουν”. Βλέπω δύο κυρίες πίσω, έτσι χαμογελάνε, χαμογελώ κι εγώ. Παίρνουμε το τσίπουρο, δεν φεύγει το γκαρσόνι. Λέω: “Θέλεις κάτι ακόμα;” Λέει: “Έχω και ένα χαρτάκι να σας δώσω”. Και γράφει το χαρτάκι, μπορώ να σου πω, η πιο σκληρή κριτική που δεχτήκαμε: «Ευχαριστούμε που κλείσατε τις τράπεζες για τις επιχειρήσεις μας».