Ένα σχεδόν ξεχασμένο βρετανικό αστυνομικό δράμα βρίσκει νέα ζωή στην εποχή του streaming. Το «Prey», που προβλήθηκε αρχικά στο ITV το 2014, γνωρίζει αναπάντεχη αναβίωση, ανεβαίνοντας σταθερά στις λίστες δημοτικότητας του Netflix, και όχι άδικα.
Με μόλις έξι επεισόδια συνολικά (δύο σεζόν των τριών επεισοδίων), το «Prey» ανήκει στη σπάνια κατηγορία σειρών που καταναλώνονται σε μία νύχτα χωρίς να χάνουν σε ένταση ή βάθος. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ντετέκτιβ Μάρκους Φάροου, τον οποίο υποδύεται ο John Simm, ένας σεβαστός αστυνομικός που βλέπει τη ζωή του να καταρρέει όταν κατηγορείται άδικα για ένα αποτρόπαιο έγκλημα: τη δολοφονία της πρώην συζύγου του και του γιου του.

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα σφιχτοδεμένο παιχνίδι γάτας και ποντικιού στους δρόμους του Μάντσεστερ, με τη Rosie Cavaliero στον ρόλο της ντετέκτιβ Σούζαν Ράινχαρτ να ηγείται της καταδίωξης. Η σειρά ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στην αγωνία και το συναισθηματικό βάρος, επενδύοντας περισσότερο στους χαρακτήρες παρά στα κλισέ του είδους.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει το hellomagazine.com, η ανανεωμένη επιτυχία της στο Netflix συνοδεύεται και από εντυπωσιακή κριτική αποδοχή, με το «Prey» να διατηρεί υψηλή βαθμολογία στο Rotten Tomatoes. Οι θεατές το περιγράφουν ως «εθιστικό», «καλοδουλεμένο» και «ιδανικό για binge», με πολλούς να τονίζουν την ένταση και τον ρεαλισμό των ερμηνειών.
Στο καστ ξεχωρίζουν, επίσης, οι Craig Parkinson, Benedict Wong και Adrian Edmondson, ενώ η δεύτερη σεζόν εισάγει νέα πρόσωπα και μια διαφορετική υπόθεση, διατηρώντας ωστόσο τον ίδιο σφιχτό ρυθμό αφήγησης.
Το «Prey» ξεχωρίζει γιατί δεν έχει τίποτα περιττό, καθώς κάθε σκηνή του μετράει. Είναι από τις σειρές που σου θυμίζουν γιατί τα βρετανικά crime είναι τόσο καλά και ότι καμιά φορά τα καλύτερα δεν είναι τα πιο καινούργια, αλλά αυτά που ξαναανακαλύπτεις.