Το νέο έτος ξεκινά με ένα ακόμη ντοκιμαντέρ true crime από το Netflix, επιβεβαιώνοντας ότι το είδος που καθιέρωσε η πλατφόρμα ήδη από το 2015 παραμένει αμείωτο σε δημοφιλία. Από την εποχή του Making a Murderer, που εξέτασε την άδικη καταδίκη του Στίβεν Έιβερι για σεξουαλική επίθεση και απόπειρα δολοφονίας, υπόθεση για την οποία εξέτισε 18 χρόνια φυλάκισης πριν δικαστεί και καταδικαστεί αργότερα για διαφορετικό φόνο, το true crime έχει αλλάξει ρυθμούς και προσανατολισμό. Εκείνο το ντοκιμαντέρ χρειάστηκε μία δεκαετία για να ολοκληρωθεί, σήμερα, οι παραγωγές κινούνται ταχύτερα και το περιεχόμενο είναι πιο «εύπεπτο» για το ευρύ κοινό, εστιάζοντας κυρίως σε ιστορίες επιβίωσης θυμάτων και σε, δικαίως, καταδίκες δραστών, ικανοποιώντας μια διάθεση ηδονοβλεψίας και έμμεσης εκδίκησης χωρίς να απαιτείται βαθύτερος προβληματισμός για τις αδυναμίες του νομικού συστήματος ή τη διαφθορά στις διωκτικές αρχές.
Το ντοκιμαντέρ Kidnapped αφηγείται μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις απαγωγής των τελευταίων δεκαετιών: εκείνη της Ελίζαμπεθ Σμαρτ, η οποία το 2002, σε ηλικία 14 ετών, απήχθη υπό την απειλή μαχαιριού από το υπνοδωμάτιό της, μέσα στη νύχτα, μπροστά στα έντρομα μάτια της μικρής αδελφής της. Κρατήθηκε αιχμάλωτη για εννέα μήνες από έναν άνδρα που τη βίαζε σχεδόν καθημερινά και την απειλούσε ότι θα σκοτώσει την ίδια και την οικογένειά της, αν επιχειρούσε να διαφύγει.
To ντοκιμαντέρ διάρκειας 90 λεπτών εξελίσσεται γρήγορα και μεθοδικά. Περιλαμβάνει πλάνα από τη δεμένη κοινότητα των Μορμόνων της οικογένειας Σμαρτ, η οποία κινητοποιήθηκε μαζικά με αφίσες και εθελοντική συμμετοχή στις εκτεταμένες έρευνες της αστυνομίας, καθώς και σκηνές από συνεντεύξεις Τύπου, όπου ο πατέρας της, Εντ Σμαρτ, καταρρέει συναισθηματικά κάθε φορά που επιχειρεί να μιλήσει για την κόρη του. Η αστυνομία περιγράφει τη δυσκολία να βασιστεί στα αποσπασματικά στοιχεία που μπορούσε να δώσει η αδελφή της Ελίζαμπεθ, Μέρι Κάθριν, ένα τρομοκρατημένο εννιάχρονο παιδί, τα οποία αποτελούσαν ουσιαστικά τις μοναδικές ενδείξεις για τον απαγωγέα.
Ο Εντ Σμαρτ μιλά σήμερα για τη σταδιακή απομάκρυνση της υποστήριξης, καθώς η αστυνομία, όπως όφειλε, ερευνούσε και την ίδια την οικογένεια ως πιθανούς υπόπτους, ενώ τα μέσα ενημέρωσης τροφοδοτούσαν επιπλέον αμφιβολίες. Αναφέρεται επίσης στη βαθιά απογοήτευση της οικογένειας όταν οι Αρχές, κατά την άποψή τους, δεν ακολούθησαν το νήμα που προέκυψε όταν η Μέρι Κάθριν θυμήθηκε πού είχε ακούσει πρώτη φορά τη φωνή του απαγωγέα. Τελικά, οι Σμαρτ, αγνοώντας τις συμβουλές της αστυνομίας, δημοσιοποίησαν οι ίδιοι το όνομα και το σκίτσο του Μπράιαν Ντέιβιντ Μίτσελ, ενός άστεγου άνδρα με τον οποίο η οικογένεια είχε έρθει σε επαφή στο παρελθόν. Ο Μίτσελ, που παρουσιαζόταν ως αυτοαποκαλούμενος ιεροκήρυκας με το όνομα Ιμάνουελ Ντέιβιντ Αϊζάια, αποδείχτηκε πράγματι ο απαγωγέας της Ελίζαμπεθ. Είχε εντοπιστεί στην περιοχή μαζί με τη Γουάντα Μπάρζι, φορώντας μάσκες και μακριές λευκές ρόμπες. Μάλιστα, αστυνομικός τούς είχε ανακρίνει, αλλά αποχώρησε όταν ο Μίτσελ ισχυρίστηκε ότι οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις δεν επέτρεπαν στη γυναίκα να μιλήσει.
Στο ντοκιμαντέρ μιλά και η ίδια η Ελίζαμπεθ Σμαρτ, σήμερα 38 ετών, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των επιζώντων και την προστασία των ευάλωτων ανθρώπων από θηρευτές. Με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια αναφέρεται στον βιασμό και στο αίσθημα ντροπής που τον συνόδευε, χωρίς να αποφεύγει τους όρους, εξαιτίας της θρησκευτικής της ανατροφής. Θυμάται ότι την πρώτη φορά πίστεψε πως θα μπορούσε να τον αποφύγει ξαπλώνοντας μπρούμυτα, όταν ξύπνησε, έχοντας λιποθυμήσει από τον πόνο, βρέθηκε δεμένη με αλυσίδες. Ήταν η αρχή ενός εφιάλτη εννέα μηνών.
Η αποδόμηση της ντροπής αποτελεί ξεκάθαρα το βασικό της μήνυμα και, προφανώς, έναν από τους λόγους συμμετοχής της στο ντοκιμαντέρ. Με σταθερότητα και καθαρό λόγο περιγράφει το μέγεθος της οδύνης της και τις ψυχολογικές συνέπειες του ακραίου φόβου που βίωσε από έναν βίαιο άνδρα και τη συνεργό του, επαναφέροντας την πλήρη ευθύνη στον Μίτσελ για τις πράξεις του και το αίσθημα δικαιώματος που τον διακατείχε.
Χρειάστηκαν σχεδόν δέκα χρόνια για να φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο, εξαιτίας των επανειλημμένων προσπαθειών του Μίτσελ να κηρυχθεί ψυχικά ακατάλληλος για να δικαστεί. «Ένιωθα ότι η διαδικασία ήταν στημένη εναντίον μου», δηλώνει η Ελίζαμπεθ. Παρ’ όλα αυτά, επέμεινε και το 2011 ο Μίτσελ κρίθηκε ένοχος για απαγωγή και μεταφορά ανηλίκου διασυνοριακά με σκοπό τη σεξουαλική κακοποίηση και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης.