Η εικόνα της μητέρας να εντοπίζει την κόρη της αιμόφυρτη σε ένα δωμάτιο στο Παρίσι, έχοντας κόψει τις φλέβες της, δεν θυμίζει σε τίποτα την κλασική καθημερινότητα των ευρωπαϊκών παλατιών. Κι όμως, αυτή ήταν η πραγματικότητα για τη γυναίκα που έφερε τον τίτλο της τελευταίας βασίλισσας στη Γιουγκοσλαβία.
Η Βασίλισσα Αλεξάνδρα, αντιμετωπίζοντας βαριάς μορφής κατάθλιψη και έντονη απομόνωση, οδηγήθηκε σε ακραίες αποφάσεις. Μετά το περιστατικό στη γαλλική πρωτεύουσα, ακολούθησε μια δεύτερη προσπάθεια να βάλει τέλος στη ζωή της στη Βενετία, αυτή τη φορά με τη χρήση μεγάλης ποσότητας φαρμάκων.

Το μέγεθος της ψυχολογικής της κατάρρευσης ανάγκασε τη Βρετανική Βασιλική Οικογένεια να παρέμβει αθόρυβα, εξασφαλίζοντας τη νοσηλεία της σε αυστηρά επιλεγμένα ψυχιατρικά κέντρα της Ελβετίας, προκειμένου να κρατηθούν οι λεπτομέρειες μακριά από τον διεθνή τύπο.
Η ρίζα αυτής της αστάθειας βρισκόταν στην απότομη οικονομική και κοινωνική πτώση. Ο σύζυγός της, Πέτρος Β΄, αδυνατώντας να αποδεχθεί την απώλεια της εξουσίας του, άρχισε να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, ενώ παράλληλα έπεφτε θύμα επιτήδειων που του υπόσχονταν κερδοφόρες επενδύσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν γρήγορα τα ελάχιστα αποθέματα χρημάτων που διέθεταν, αναγκάζοντας το ζευγάρι να ζει μετακινούμενο σε υποβαθμισμένα ξενοδοχεία της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η διπλωματική γέννα στη σουίτα 212 του Claridge’s
Λίγα χρόνια νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1945, το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό, αν και εξίσου πιεσμένο. Η Αλεξάνδρα ήταν έτοιμη να φέρει στον κόσμο τον γιο της, Αλέξανδρο. Το νομικό πλαίσιο της Γιουγκοσλαβίας όριζε ρητά ότι ο διάδοχος έπρεπε να γεννηθεί αποκλειστικά εντός της χώρας για να διατηρήσει τα δικαιώματά του. Με τις δυνάμεις του Τίτο να ελέγχουν πλήρως την περιοχή, η επιστροφή ήταν ανέφικτη.
Τότε, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ προχώρησε σε μια ασυνήθιστη νομική ρύθμιση. Με επίσημη απόφαση, η σουίτα 212 του ξενοδοχείου Claridge’s στο Λονδίνο αποχαρακτηρίστηκε από βρετανικό έδαφος και κηρύχθηκε γιουγκοσλαβική επικράτεια για ένα εικοσιτετράωρο. Για να τηρηθεί πλήρως η παράδοση, ένα κουτί γεμάτο με χώμα από τα Βαλκάνια τοποθετήθηκε κάτω από το κρεβάτι της γέννας, επιτρέποντας στον νέο πρίγκιπα να γεννηθεί πάνω στη γη της πατρίδας του.

Αυτή η διεθνής υποστήριξη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1944. Η Βρετανική Βασιλική Οικογένεια είχε στηρίξει ένθερμα τον γάμο του Πέτρου με την Ελληνίδα πριγκίπισσα, ο οποίος τελέστηκε στη γιουγκοσλαβική πρεσβεία του Λονδίνου με κουμπάρο τον Βασιλιά Γεώργιο ΣΤ΄.
Οι Σύμμαχοι ήλπιζαν ότι το ζευγάρι θα επέστρεφε στο Βελιγράδι μετά τον πόλεμο, όμως οι ισορροπίες με τη Σοβιετική Ένωση οδήγησαν τελικά στην πολιτική τους εγκατάλειψη. Το 1945, η μοναρχία καταργήθηκε και η Αλεξάνδρα έγινε έκπτωτη σε ηλικία 24 ετών, χωρίς να έχει επισκεφθεί ποτέ τη χώρα.
Το νομικό παράδοξο της γέννησης στο Τατόι
Η αίσθηση της αβεβαιότητας δεν ήταν κάτι καινούργιο για την Αλεξάνδρα, καθώς είχε σημαδέψει και τη δική της γέννηση στην Αθήνα, τον Μάρτιο του 1921. Ο πατέρας της, Βασιλιάς Αλέξανδρος, είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν από τη γέννησή της, έπειτα από επιπλοκές που προκάλεσε το δάγκωμα ενός πιθήκου στο Τατόι. Ο κρυφός γάμος του με την Ασπασία Μάνου, γυναίκα αστικής καταγωγής, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, καθώς θεωρούνταν «μοργανατικός».
Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, η Αλεξάνδρα ήρθε στον κόσμο χωρίς να της αναγνωρίζονται επίσημοι τίτλοι, και νομικά θεωρούνταν νόθο τέκνο. Η λύση δόθηκε τον Ιούλιο του 1922. Μετά από συστηματική πίεση της γιαγιάς της, Βασίλισσας Σοφίας, η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε ειδική νομοθετική ρύθμιση. Μέσω αυτής, η Αλεξάνδρα αναγνωρίστηκε αναδρομικά ως μέλος της βασιλικής οικογένειας, αποκτώντας τον τίτλο της Πριγκίπισσας της Ελλάδος, γεγονός που της επέτρεψε αργότερα να ενταχθεί στους ανώτατους κύκλους του Λονδίνου.
Από την αφάνεια της Αγγλίας στην εκταφή του 2013
Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1970, η Αλεξάνδρα επέλεξε την πλήρη απομόνωση. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της στην Αγγλία, ταλαιπωρημένη από προβλήματα υγείας, μακριά από κάθε δημόσια δραστηριότητα. Όταν πέθανε το 1993, η τελευταία της επιθυμία ήταν να επιστρέψει στην πατρίδα της. Η σορός της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και τοποθετήθηκε στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι, δίπλα στους γονείς της.
Η ηρεμία της τοποθεσίας δεν έμελλε να είναι μόνιμη. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 2013, η κυβέρνηση της Σερβίας μαζί με τα μέλη της πρώην βασιλικής οικογένειας κατέθεσαν επίσημο αίτημα για τη μετακομιδή των οστών της.





Η εκταφή πραγματοποιήθηκε από το κτήμα του Τατοΐου και η σορός της, μαζί με εκείνες του Πέτρου και της Ασπασίας Μάνου, μεταφέρθηκε στο Βελιγράδι. Εκεί ετάφησαν εκ νέου με τιμές αρχηγού κράτους στο βασιλικό μαυσωλείο του Oplenac, κλείνοντας οριστικά τις εκκρεμότητες μιας πολυτάραχης ιστορικής περιόδου.