Μια ιδιαίτερη αποκάλυψη έκανε η ηθοποιός, Βίλμα Τσακίρη κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στην εκπομπή «Στούντιο 4» το απόγευμα της Πέμπτης 2 Απριλίου. Η κουβέντα στράφηκε στο 1981 και σε μια παραγωγή της ΕΡΤ που, αν και ολοκληρώθηκε, δεν έφτασε ποτέ στις οθόνες των τηλεθεατών. Πρόκειται για τη σειρά «Τα Ανάποδα», η οποία σχεδιάστηκε από τον Γιάννη Δαλιανίδη ως η συνέχεια του εμβληματικού «Λούνα Παρκ», με πρωταγωνιστή τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Η ηθοποιός εξήγησε ότι η ιστορία αυτής της δουλειάς σταμάτησε απότομα λόγω των τεχνολογικών και διοικητικών αλλαγών της εποχής.

«Άλλαξε το χρώμα στην τηλεόραση. Έγινε έγχρωμη το 1981, εμείς ο σίριαλ το γυρίσαμε ασπρόμαυρο. Γι’αυτό δεν έπαιξε ποτέ. Πληρωθήκαμε όμως. Αλλά πιο πολύ ήταν κρίμα γιατί ανταμώθηκα με τον υπέροχο Παπαγιαννόπουλο. Θα ήταν ένα ωραίο λιθαράκι στην καριέρα μου νομίζω. Είχαμε γυρίσει 13 επεισόδια, τότε γυρίζονταν τόσα μόνο. Στεναχωρέθηκα που δεν παίχτηκε, είχα ξαναδεί πλάνα από τη σειρά».

Η επιλογή της αποστασιοποίησης

Αναφερόμενη στη δική της διαδρομή στον χώρο της υποκριτικής, η Βίλμα Τσακίρη δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι η φιλοδοξία για μια «μεγάλη καριέρα» δεν υπήρξε ποτέ η κινητήριος δύναμή της. Με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, σημείωσε ότι προτιμούσε να έρχονται οι προτάσεις σε εκείνη παρά να αναζητά η ίδια τις ευκαιρίες.

«Μεγάλη καριέρα δεν έκανα, όχι γιατί με αδίκησαν αλλά γιατί ψιλοβαριέμαι. Δεν την κυνήγησα κιόλας. Πιο πολύ η δουλειά με κυνηγάει παρά εγώ τη δουλειά».

Η οντισιόν για τον Τσαρούχη

Ακόμα και οι μεγάλες συνεργασίες προέκυπταν συχνά με τρόπο απρόσμενο. Η ηθοποιός θυμήθηκε πώς βρέθηκε να συμμετέχει στις «Τρωάδες» υπό τις οδηγίες του Γιάννη Τσαρούχη, ξεκινώντας από μια τυχαία κουβέντα κατά τη διάρκεια των διακοπών της.

«Ας πούμε, ήμουν στις Σπέτσες και ήρθε η Ματίνα Καρά που είναι λίγο πιο κοντή από μένα και μου είπε ότι “ο Τσαρούχης ανεβάζει τις Τρωάδες και ψάχνει να βρει μια ψηλή”. Για την Ματίνα δηλαδή εγώ ήμουν ψιλή. Αρχίζει να μου λέει ποιες πήγαν στην οντισιόν, κάτι δίμετρες που δεν άρεσαν. Αποφάσισα να πάω, κράτησε τα παιδιά η πεθερά μου και κατέβηκα στο λιμάνι για να βρω ένα ωραίο ροζ ύφασμα. Έραψα μια φούστα ίσια και έβαλα από πάνω ένα πράγμα σαν χιτώνα, μια ζώνη κεντητή, οπότε ήμουν σαν αρχαία Ελληνίδα».