Η είδηση για τον θάνατο της πριγκίπισσας Ειρήνης προκάλεσε κύμα συγκίνησης και μεταξύ άλλων το Οικουμενικό Πατριαρχείο να δίνει το δικό του στίγμα στην ιστορική αυτή στιγμή. Σε επίσημο συλλυπητήριο γράμμα του, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος απευθύνθηκε προς την «Α.Υ. τον Πρίγκηπα Παύλο», εκφράζοντας τη βαθιά θλίψη της Μητρός Εκκλησίας για την απώλεια μιας προσωπικότητας που διακρίθηκε για την πνευματικότητά της.

Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο χρησιμοποιεί την προσφώνηση «Α.Υ. Πρίγκηπας Παύλος» για τον Παύλο Ντε Γκρες, ενώ η Ελλάδα είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία;

Η απάντηση κρύβεται σε μια μακραίωνη παράδοση που υπερβαίνει τα πολιτειακά συστήματα και εστιάζει στην εκκλησιαστική δεοντολογία.

Για το Πατριαρχείο, η χρήση τέτοιων προσφωνήσεων δεν αποτελεί πολιτική παρέμβαση ούτε αμφισβήτηση του ελληνικού Συντάγματος. Πρόκειται για την τήρηση της εκκλησιαστικής εθιμοτυπίας, η οποία αναγνωρίζει στα μέλη ιστορικών δυναστειών τους τίτλους τους ως «τίτλους ευγενείας».

Αυτοί οι τίτλοι συνοδεύουν τα πρόσωπα ως μέρος της ιστορικής τους ταυτότητας, ειδικά όταν πρόκειται για οικογένειες που συνδέθηκαν στενά με την Ορθοδοξία και τους θεσμούς της για δεκαετίες.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως θεσμός παγκόσμιας εμβέλειας, ακολουθεί κανόνες παρόμοιους με εκείνους του Βατικανού ή των βασιλικών οίκων της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Παύλος Ντε Γκρες αντιμετωπίζεται με βάση την καταγωγή του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί πλέον το επώνυμο «Ντε Γκρες».

Το Πατριαρχείο δεν λειτουργεί ως κρατική αρχή και δεν αναγνωρίζει ή αμφισβητεί πολιτεύματα. Στο πλαίσιο της μακραίωνης παράδοσής του, διατηρεί ιστορικούς και δυναστικούς τίτλους όταν απευθύνεται σε μέλη πρώην βασιλικών οικογενειών, ανεξαρτήτως του αν αυτές ασκούν εξουσία.

Επιπλέον, οι δεσμοί της οικογένειας με το Φανάρι είναι ισχυροί. Ο Παύλος έχει τιμηθεί ως Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μια διάκριση που δίνεται σε προσωπικότητες με σημαντική προσφορά.

Έτσι, η προσφώνηση «Πρίγκιπας» λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη σεβασμού προς την ιστορική διαδρομή της οικογένειας και τη θρησκευτική της αφοσίωση, παρά ως αναγνώριση κάποιου ενεργού πολιτικού ρόλου.