Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Οι πολύ λίγες ώρες ύπνου, αλλά και οι πάρα πολλές, μπορεί να επιταχύνουν τη γήρανση στον εγκέφαλο, την καρδιά, τους πνεύμονες και το ανοσοποιητικό σύστημα και σχετίζονται με ένα ευρύ φάσμα ασθενειών, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής το Κολέγιο Ιατρών και Χειρουργών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, δημιούργησε ψηφιακά βιολογικά ρολόγια για συγκεκριμένα όργανα του σώματος, που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη και αξιοποιούν βιολογικά δεδομένα ενός ατόμου για να εντοπίσουν κατά πόσο ένα άτομο γερνάει γρηγορότερα ή λιγότερο σε σχέση με τη χρονολογική του ηλικία. Ο ύπνος αποτέλεσε ιδανικό πεδίο μελέτης, καθώς θεωρείται ολοένα και περισσότερο σημαντικός παράγοντας υγείας.

Για να δημιουργήσει τα «ρολόγια γήρανσης», η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε δεδομένα από περίπου μισό εκατομμύριο συμμετέχοντες της βρετανικής βάσης «UK Biobank» και αξιοποίησε μηχανική μάθηση για να εντοπίσει τα βιολογικά «αποτυπώματα» της γήρανσης σε κάθε όργανο. Στη συνέχεια αξιολόγησε τη σχέση μεταξύ της διάρκειας ύπνου του κάθε συμμετέχοντα, όπως την ανέφερε ο ίδιος στην Biobank, και της βιολογικής τους ηλικίας, όπως καταγράφηκε από 23 ρολόγια γήρανσης σε 17 όργανα.

Διαπιστώθηκε ότι τόσο ο σύντομος ύπνος (λιγότερες από έξι ώρες) όσο και ο παρατεταμένος ύπνος (περισσότερες από οκτώ ώρες) συσχετίστηκαν με ταχύτερη γήρανση. Η μικρότερη γήρανση παρατηρήθηκε σε άτομα που ανέφεραν μεταξύ 6,4 και 7,8 ωρών ύπνου την ημέρα. Ωστόσο, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η διάρκεια ύπνου από μόνη της προκαλεί άμεσα επιτάχυνση ή επιβράδυνση της γήρανσης των οργάνων, αλλά καταδεικνύει ότι τόσο ο ανεπαρκής όσο και ο υπερβολικός ύπνος μπορεί να είναι δείκτες χειρότερες υγείας σε όλο το σώμα.

Η σχέση μεταξύ ύπνου και ασθενειών υποδηλώνει την ύπαρξη μιας σύνδεσης μεταξύ του εγκεφάλου και του σώματος, που εκτείνεται πέρα από την απλή επίδραση στον ίδιο τον εγκέφαλο. Ο λίγος ύπνος συνδέθηκε σημαντικά με επεισόδια κατάθλιψης και αγχώδεις διαταραχές, όπως έχει καταδειχθεί και σε προηγούμενες μελέτες. Επίσης, με παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2, υπέρταση, ισχαιμική καρδιοπάθεια και καρδιακές αρρυθμίες. Παράλληλα, τόσο ο λίγος όσο και ο υπερβολικός ύπνος συσχετίστηκαν με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα και διάφορες πεπτικές διαταραχές, όπως γαστρίτιδα και γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.

Πέρα από την πρόβλεψη ασθενειών, τα εξειδικευμένα «ρολόγια γήρανσης» αποδείχθηκαν χρήσιμα και για τη διερεύνηση της σχέσης του ύπνου με συγκεκριμένες παθήσεις, όπως η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία.

Αν και η μελέτη δεν μπορούσε να αποδείξει αν η διάρκεια ύπνου προκαλεί κατάθλιψη ή αν η κατάθλιψη επηρεάζει τον ύπνο, οι ερευνητές πραγματοποίησαν ειδική στατιστική ανάλυση και διαπίστωσαν ότι ο λίγος ύπνος ενδέχεται να επηρεάζει άμεσα το φορτίο της νόσου, ενώ ο υπερβολικός ύπνος φαίνεται να επηρεάζει την κατάθλιψη μέσω μηχανισμών που συνδέονται με τη γήρανση του εγκεφάλου και του λιπώδους ιστού.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη υποδηλώνει πως μπορεί να υπάρχουν διαφορετικοί βιολογικοί μηχανισμοί ανάμεσα στους ανθρώπους που κοιμούνται λίγο και σε εκείνους που κοιμούνται πολύ, που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, την κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία.