Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σημαντικές παθογένειες στην ελληνική αγορά εργασίας φέρνει στο φως η νέα έκθεση απολογισμού της Επιθεώρησης Εργασίας που αφορά ολόκληρο το προηγούμενο έτος 2025 (σ.σ. τώρα ολοκληρώθηκε η πλήρης επεξεργασία των στοιχείων), αποτυπώνοντας ένα περιβάλλον όπου οι παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας παραμένουν εκτεταμένες και σε πολλές περιπτώσεις συστηματικές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως τα συνολικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν ξεπέρασαν τα 53,9 εκατ. ευρώ, αποκαλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα πρακτικών που σχετίζονται με την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή, η εικόνα της απασχόλησης γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη. Παρότι καταγράφεται αύξηση στις συμβάσεις πλήρους απασχόλησης κατά 5,22%, σχεδόν οι μισές νέες προσλήψεις σχετίζονται με ευέλικτες μορφές εργασίας. Ειδικότερα, το 46,46% των νέων συμβάσεων αφορά μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση, γεγονός που υποδηλώνει μια σταδιακή μετατόπιση της αγοράς προς πιο «ελαστικά» εργασιακά μοντέλα.

Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις μετατροπές συμβάσεων που καταγράφηκαν στο σύστημα «Εργάνη». Από τις 55.609 αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εντός του 2025, η μεγάλη πλειονότητα αφορούσε μετατροπές από την πλήρη προς τις πιο ευέλικτες μορφές απασχόλησης: 41.780 συμβάσης αφορούσαν τη μετατροπή τους από πλήρη σε μερική απασχόληση και 13.829 από πλήρη απασχλήση σε εκ περιτροπής εργασία. Σε σύγκριση με το 2024, οι μεταβολές αυτές αυξήθηκαν κατά 18,63%, ενισχύοντας την εικόνα μιας αγοράς που απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη σταθερή πλήρη απασχόληση. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως συνολικά, οι εργαζόμενοι σε ευέλικτα σχήματα ξεπέρασαν τα 1,57 εκατομμύρια, εκ των οποίων πάνω από 1,25 εκατ. απασχολούνται με καθεστώς μερικής απασχόλησης και περίπου 319.000 σε εκ περιτροπής εργασία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί όμως και η καταγραφή της υπερωριακής απασχόλησης. Ο αριθμός των εργαζομένων που εργάστηκαν πέραν του συμφωνημένου ωραρίου αυξήθηκε εντυπωσιακά, ξεπερνώντας το 85% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από 271.250 το 2024, οι εργαζόμενοι σε υπερωρία ανήλθαν σε 502.405 πέρυσι. Παρά την ενίσχυση των ελέγχων μέσω της ψηφιακής κάρτας εργασίας, η συμμόρφωση των επιχειρήσεων παραμένει περιορισμένη. Είναι ενδεικτικό ότι, από τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, μόλις 74 επιχειρήσεις προχώρησαν σε αποκατάσταση των παραβάσεων, καλύπτοντας μόλις ένα μικρό μέρος των εργαζομένων που επηρεάστηκαν.

Στο πεδίο της μισθοδοσίας, η μη καταβολή δεδουλευμένων εξακολουθεί να αποτελεί τη συχνότερη αιτία παραβάσεων. Οι έλεγχοι των περιφερειακών υπηρεσιών ανήλθαν σε 46.680, οδηγώντας στην επιβολή 12.347 προστίμων συνολικού ύψους 44,34 εκατ. ευρώ. Πάντως οι καταγγελίες εργαζομένων παραμένουν καθοριστικός παράγοντας για την αποκάλυψη των παραβάσεων, καθώς σημαντικό ποσοστό των υποθέσεων προκύπτει έπειτα από εργατικές διαφορές.

Οι περισσότερες μηνυτήριες αναφορές από την άλλη, σχετίζονται με απλήρωτους μισθούς, επιδόματα και υπερωρίες, με σχεδόν οκτώ στις δέκα υποθέσεις να αφορούν τέτοιου είδους παραβάσεις. Στην κορυφή της λίστας των κλάδων με τη μεγαλύτερη συχνότητα καταγγελιών βρίσκονται η εστίαση και το λιανικό εμπόριο. Ακολουθούν τα καταλύματα, το χονδρικό εμπόριο, οι υπηρεσίες φύλαξης και ασφάλειας, η βιομηχανία τροφίμων και οι μεταφορές.

Ιδιαίτερα η εστίαση συγκεντρώνει το υψηλότερο ποσοστό παραβατικότητας, ξεπερνώντας το 33%, ενώ το λιανεμπόριο ακολουθεί με ποσοστό άνω του 14%. Οι δύο αυτοί κλάδοι εμφανίζουν επίσης υψηλή συγκέντρωση καταγγελιών για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, γεγονός που προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο πρόβλημα των εργασιακών συνθηκών.

Σημαντική είναι πάντως και η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, που το 2025 κατέγραψαν ιστορικό υψηλό 25ετίας, φτάνοντας τα 20.498 περιστατικά. Ωστόσο, λιγότερα από τα μισά διερευνήθηκαν, καθώς μεγάλο μέρος των περιπτώσεων εξαιρείται από τη διαδικασία ελέγχου, είτε λόγω της φύσης τους είτε λόγω του καθεστώτος απασχόλησης των εμπλεκομένων. Παρά όμως την εκρηκτική αύξηση των περιστατικών, ο αριθμός των θανατηφόρων ατυχημάτων εμφανίζεται σχεδόν αμετάβλητος τα τελευταία χρόνια, με 47 καταγεγραμμένους θανάτους κατά το περσινό έτος. Η αντίφαση αυτή εγείρει ωστόσο ερωτήματα ως προς την πληρότητα της καταγραφής καθώς και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης.