Σε μια σκληρή σκιαμαχία εξελίσσεται η μόνιμη αντιπαράθεση μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, με βασικό πεδίο σύγκρουσης το κόστος των υπηρεσιών υγείας και τις πρακτικές τιμολόγησης. Πρόκειται για μια σύγκρουση με πολλαπλές προεκτάσεις, που επηρεάζει άμεσα τόσο τα ασφάλιστρα όσο και τους ίδιους τους ασφαλισμένους, σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις στο σύστημα υγείας εντείνονται.

Έρευνα ΕΑΕΕ

Η εικόνα της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΑΕΕ, καταδεικνύει μια αγορά δύο ταχυτήτων. Στις ασφαλίσεις Ζωής και Υγείας, όπου η συνολική παραγωγή έφτασε τα 3,2 δισ. ευρώ, κυρίαρχο ρόλο διατηρούν οι τράπεζες μέσω του bancassurance, με μερίδιο 40,7%. Στις ατομικές ασφαλίσεις, η κυριαρχία αυτή είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς το ποσοστό αγγίζει το 48,9%, επιβεβαιώνοντας τη στενή σύνδεση των συγκεκριμένων προϊόντων με τη στεγαστική πίστη και το τραπεζικό σύστημα.

Αντίθετα, στις ασφαλίσεις κατά Ζημιών, με συνολική παραγωγή 2,02 δισ. ευρώ, το τοπίο διαφοροποιείται σημαντικά. Τα δίκτυα και οι πράκτορες μη αποκλειστικής συνεργασίας αποτελούν τον βασικό πυλώνα διανομής, συγκεντρώνοντας το 56,7% της αγοράς, ενώ ακολουθούν οι απευθείας πωλήσεις, τα δίκτυα αποκλειστικής συνεργασίας και οι μεσίτες ασφαλίσεων. Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει τη διαφορετική δυναμική και λειτουργία των επιμέρους κλάδων της ασφαλιστικής αγοράς.

Ωστόσο, πίσω από τα μεγέθη ανάπτυξης, οι ασφαλιστικές εταιρείες καταγγέλλουν εκτεταμένα φαινόμενα υπερτιμολόγησης, κυρίως στα υγειονομικά και ειδικά υλικά που χρησιμοποιούνται στις νοσηλείες. Ενδεικτικά, απλά αναλώσιμα, όπως μια σύριγγα ή μια συσκευή ορού, μπορεί να τιμολογούνται πολλαπλάσια της πραγματικής τους αξίας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υλικά επαναχρησιμοποιούμενα εμφανίζονται ως μίας χρήσης. Παράλληλα, καταγράφονται αυξημένες ή επαναλαμβανόμενες χρεώσεις εξετάσεων, καθώς και σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές και στις ποσότητες των υλικών που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια.

Οι πρακτικές αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στο συνολικό κόστος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αποζημιώσεις που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές αυξήθηκαν κατά 42% την περίοδο 2021-2024, φτάνοντας τα 747 εκατ. ευρώ από 525 εκατ. ευρώ. Ιδιαίτερα στα χειρουργικά περιστατικά, που αντιστοιχούν περίπου στο 65% των αποζημιώσεων, τα υγειονομικά και ειδικά υλικά αποτελούν έως και το 40% του συνολικού κόστους, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία τους στη διαμόρφωση των τελικών χρεώσεων.

Άγιος Σάββας

Οι ασφαλιστικές αποδίδουν την εκτόξευση του κόστους στο ολιγοπωλιακό μοντέλο της αγοράς ιδιωτικής υγείας, υποστηρίζοντας ότι λίγοι μεγάλοι όμιλοι ελέγχουν έως και το 70%-80% των περιστατικών. Η συγκέντρωση αυτή ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των νοσοκομείων και, σύμφωνα με τον κλάδο, δημιουργεί συνθήκες περιορισμένης διαφάνειας. Το πρόβλημα εντείνεται από το κυρίαρχο σύστημα αποζημίωσης «κατά πράξη και περίπτωση», όπου κάθε στοιχείο μιας νοσηλείας τιμολογείται ξεχωριστά, επιτρέποντας την αύξηση του τελικού κόστους μέσω πολλαπλών επιμέρους χρεώσεων.

Από την πλευρά τους, τα ιδιωτικά νοσοκομεία απορρίπτουν τις κατηγορίες περί υπερτιμολόγησης και αποδίδουν την αύξηση των αποζημιώσεων κυρίως στη συσσωρευμένη ζήτηση που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία, καθώς πολλές επεμβάσεις είχαν αναβληθεί. Παράλληλα, επισημαίνουν την αύξηση του λειτουργικού κόστους, τις υψηλότερες αμοιβές προσωπικού λόγω έλλειψης εξειδικευμένων στελεχών, αλλά και τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και σύγχρονες ιατρικές πρακτικές.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι κλινικές κατηγορούν τις ασφαλιστικές για σημαντικές καθυστερήσεις στις πληρωμές, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν τους έξι μήνες, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η πλήρης εξόφληση μιας νοσηλείας μπορεί να καθυστερήσει πάνω από έναν χρόνο. Η πρακτική αυτή, όπως υποστηρίζουν, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και αυξάνει το χρηματοοικονομικό κόστος.

Την ίδια στιγμή, αναδεικνύονται και ευρύτερες στρεβλώσεις της αγοράς. Οι ασφαλιστικές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ασθενείς χωρίς ιδιωτική ασφάλιση λαμβάνουν εκπτώσεις και τελικά πληρώνουν λιγότερο για αντίστοιχες υπηρεσίες, γεγονός που, εφόσον ισχύει, ανατρέπει τη λογική των συνεργασιών. Από την άλλη πλευρά, τα νοσοκομεία αποδίδουν τα μεμονωμένα αυτά περιστατικά σε ειδικές κοινωνικές ή ιατρικές συνθήκες.

Ενδεικτικό των πιέσεων στο σύστημα είναι και το γεγονός ότι, σύμφωνα με διεθνή στοιχεία, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με υψηλό κόστος σε συγκεκριμένες χειρουργικές επεμβάσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και υψηλότερο από χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, αποτελεσματικότερο έλεγχο των χρεώσεων και εξορθολογισμό του τρόπου αποζημίωσης. Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος υγείας αυξάνεται και οι απαιτήσεις των ασθενών εντείνονται, η εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ ασφαλιστικών και παρόχων υγείας αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για τη βιωσιμότητα του συστήματος.