Σε μια ιστορική και άκρως ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους προχωρά η Γερμανία, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδιαρθρώσει εκ βάθρων το ολοένα και πιο κοστοβόρο συνταξιοδοτικό της σύστημα. Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, υποστήριξε ανοιχτά τη δημιουργία ενός δημόσιου συνταξιοδοτικού ταμείου στα πρότυπα του σουηδικού μοντέλου, το οποίο θα επενδύει ένα μέρος των μισθών των εργαζομένων στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Ο Μερτς, πρώην πρόεδρος του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού BlackRock στη Γερμανία, έδωσε το στίγμα της πολιτικής του βούλησης δηλώνοντας κατηγορηματικά:
«Οι Σκανδιναβοί το έκαναν, το ίδιο θα κάνουμε κι εμείς».
Η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πακέτου προτάσεων που συνέταξε μια ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων και βουλευτών, με στόχο τη συγκράτηση των διογκούμενων δαπανών, οι οποίες το 2024 απορρόφησαν το 41% του συνόλου των κοινωνικών δαπανών της χώρας.
Damit das Rentenniveau endlich wieder steigen kann, drängt die Regierungskommission auf die schnelle Einführung des »schwedischen Modells«. Wie das aussehen soll und wer davon profitiert. https://t.co/l2VVME3k1r
— DER SPIEGEL (@derspiegel) June 23, 2026
Βάσει του σχεδίου, θεσπίζεται υποχρεωτική ατομική εισφορά ύψους 2% επί των μισθών, η οποία «θα διοικείται κεντρικά και θα επενδύεται στις κεφαλαιαγορές». Στόχος είναι να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ότι τα επίπεδα των συντάξεων «θα αυξηθούν ξανά σημαντικά».
Η στροφή αυτή αποτελεί πρωτοφανή εξέλιξη για τους Γερμανούς, οι οποίοι παραδοσιακά αποφεύγουν το ρίσκο των αγορών. Κυβερνητικά στελέχη διαβεβαιώνουν ότι το νέο σύστημα θα είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε οι συντάξεις να είναι εγγυημένες και να αυξάνονται, ακόμη και σε περίπτωση μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης αντίστοιχης με εκείνη του 2007.

«Μέρος αυτών των χρημάτων θα μπορούσε να επενδυθεί σε έργα υποδομής», δήλωσε στους Financial Times ο Γενς Ζούντεκουμ, οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, προσθέτοντας ότι «αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία για να ξεπεραστούν τα ελλείμματα καθώς και οι ελλείψεις των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, από τις οποίες λείπουν αυτά τα μεγάλα επενδυτικά ταμεία».
Ωστόσο, η μεταρρύθμιση προκαλεί τριγμούς στον κυβερνητικό συνασπισμό των Χριστιανοδημοκρατών με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD).
Παρά τις εντάσεις, ο Μερτς ξεκαθάρισε ότι οι συστάσεις αποτελούν ένα «συνολικό σχέδιο που λειτουργεί μόνο στο σύνολό του», το οποίο η κυβέρνηση συμφώνησε να «εφαρμόσει πλήρως».

Η υπουργός Εργασίας, Μπέρμπελ Μπας, εξέφρασε την ελπίδα το νομοσχέδιο να ψηφιστεί εντός του έτους. Το γερμανικό αναδιανεμητικό σύστημα πιέζεται ασφυκτικά, καθώς 16,5 εκατομμύρια baby boomers συνταξιοδοτούνται έως το 2036, ενώ μόνο 12,5 εκατομμύρια νέοι εργαζόμενοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας.
Το 2024, το κράτος κατέβαλε 118 δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψει τις τρύπες του συστήματος, ποσό που αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και το οποίο ενδέχεται να διπλασιαστεί στο 50% μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.
Η επιτροπή προτείνει επίσης τη σύνδεση του ορίου συνταξιοδότησης (σήμερα στα 67 έτη) με το προσδόκιμο ζωής, καταργώντας τα κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης, με τη φόρμουλα για κάθε επιπλέον έτος ζωής, οι πολίτες να εργάζονται οκτώ μήνες περισσότερο. Επιπλέον, προτείνεται η αύξηση του ορίου ηλικίας (σήμερα στα 64) για πλήρη σύνταξη με 45 έτη εισφορών, κάτι που αναμένεται να βρει απέναντι τα συνδικάτα.
Die Reformideen zur Rente stoßen auf geteilte Reaktionen in der Wirtschaft. Die Industrie- und Handelskammer nennt sie »überfällig«. Gewerkschaften kritisieren die Vorschläge zur Abschaffung der Frührente. https://t.co/PvkAeUkLEE
— DER SPIEGEL (@derspiegel) June 23, 2026
Στα θετικά συγκαταλέγεται η πρόταση για ένταξη των δημοσίων υπαλλήλων και των βουλευτών στο γενικό σύστημα, καθώς και η κατάργηση των «minijobs», των χαμηλόμισθων θέσεων εργασίας που, σύμφωνα με τους κριτικούς, εγκλώβισαν πολλές γυναίκες στη μερική απασχόληση με πενιχρά συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
«Δεδομένης της μεγάλης συναίνεσης εντός της επιτροπής, η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να παρουσιάσει ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που δεν θα ακολουθεί τις συστάσεις», κατέληξε ο Ζούντεκουμ, σύμφωνα με τους Financial Times.