Στα τέλη του 19ου αιώνα, η μοναρχία παρέμενε μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές διακυβέρνησης στον κόσμο. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, δυναστείες κυβερνούσαν τεράστιες αυτοκρατορίες, όπως οι Ρομανόφ στη Ρωσία, οι Αψβούργοι στην Αυστροουγγαρία και οι Χοεντσόλερν στη Γερμανία. Παράλληλα, πέρα από την Ευρώπη, κληρονομικοί ηγεμόνες εξακολουθούσαν να κυβερνούν σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Αφρικής.
Ωστόσο, καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, οι μοναρχίες σε ολόκληρο τον κόσμο βρέθηκαν αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις και τελικά υπέκυψαν στο βάρος των πολιτικών και κοινωνικών αναταραχών. Όπως σημειώνει ο ιστορικός Ντέιβιντ Κανάνταϊν μιλώντας στο podcast «HistoryExtra», «είναι σίγουρα γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η μοναρχία παγκοσμίως δεν ήταν ακριβώς ένας θεσμός σε ανάπτυξη».
Η κατάρρευση των μοναρχιών στην εποχή των πολέμων
Τα ισχυρότερα πλήγματα για τις μοναρχίες παγκοσμίως ήρθαν με τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Κάνανταϊν, «ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε το τέλος των μεγάλων μοναρχιών της Ρωσίας, της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας».
Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, η στρατιωτική καταστροφή οδήγησε σε πολιτική κατάρρευση. Στη Ρωσία, η επανάσταση του 1917 ανέτρεψε τον Τσάρο Νικόλαο Β’ και έβαλε τέλος σε αιώνες κυριαρχίας της δυναστείας των Ρομανόφ. Στη Γερμανία, η ήττα ανάγκασε τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ να παραιτηθεί, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία δημοκρατίας. Στην Αυστροουγγαρία, η μοναρχία των Αψβούργων διαλύθηκε μαζί με την ίδια την αυτοκρατορία, η οποία κατακερματίστηκε σε νέα κράτη.
Οι συνέπειες του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου αποδείχτηκαν επίσης μοιραίες για πολλούς θρόνους. Στην Ιταλία, η μοναρχία καταργήθηκε μέσω δημοψηφίσματος το 1946 μετά την πτώση του φασισμού. Την ίδια περίοδο, μοναρχίες σε χώρες όπως η Αίγυπτος και το Ιράκ ανατράπηκαν μέσα από πραξικοπήματα, επαναστάσεις και την άνοδο έντονων εθνικιστικών κινημάτων.
Σε μεγάλο μέρος του κόσμου, η τάση ήταν ξεκάθαρη: η μοναρχία βρισκόταν σε υποχώρηση, συχνά υπό την πίεση του πολέμου, της ήττας και της πολιτικής αστάθειας.

Η βρετανική μοναρχία ως σπάνια εξαίρεση
Η βρετανική μοναρχία δεν ήταν η μοναδική που επέζησε μέσα στον 20ό αιώνα. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως στη Σκανδιναβία, αλλά και το Βέλγιο και η Ολλανδία, διατήρησαν επίσης τους βασιλικούς τους οίκους. Ωστόσο, σε παγκόσμιο επίπεδο, η μοναρχία βρισκόταν εμφανώς σε παρακμή.
«Η επιβίωση της βρετανικής μοναρχίας ξεχωρίζει απέναντι στη γενική τάση», τονίζει ο Κανάνταϊν. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους της επιβίωσής της, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αρκετά απλός. «Νομίζω ότι μέρος της απάντησης είναι ότι ήταν συγκυρία το γεγονός πως η Βρετανία βρέθηκε στη νικηφόρα πλευρά τόσο στον Πρώτο όσο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», αναφέρει. «Ο λόγος που εξαφανίστηκαν οι μοναρχίες της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας ήταν οι θεαματικές στρατιωτικές ήττες».
Κατά τον 20ό αιώνα, οι μοναρχίες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτες όταν οι στρατιωτικές ήττες κατέστρεφαν την εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και άνοιγαν τον δρόμο για ριζικές αλλαγές. Η Βρετανία, αντίθετα, βγήκε νικήτρια και από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Το αποτέλεσμα αυτό ενίσχυσε την εμπιστοσύνη προς το κράτος και τους θεσμούς του, μεταξύ των οποίων και τη μοναρχία.
Η αδράνεια των θεσμών και η δυσκολία κατάργησης της μοναρχίας
Η επιτυχία σε καιρό πολέμου, ωστόσο, δεν εξηγεί πλήρως την επιβίωση της βρετανικής μοναρχίας. Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας ήταν η θεσμική αδράνεια. Οι μακροχρόνιοι θεσμοί συχνά επιβιώνουν επειδή η κατάργησή τους είναι πολιτικά δύσκολη, ιδιαίτερα όταν είναι βαθιά ενσωματωμένοι στο νομικό, τελετουργικό και συμβολικό πλαίσιο του κράτους.
Ο Κανάνταϊν επισημαίνει ότι οι προβλέψεις για κατάρρευση της βρετανικής βασιλικής οικογένειας επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια ζωή της χώρας. «Μας λένε συνεχώς ότι οποιαδήποτε νέα κρίση μπορεί να σημάνει το τέλος του Οίκου των Ουίνδσορ», αναφέρει χαρακτηριστικά. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες προβλέψεις σπάνια έχουν επιβεβαιωθεί στην πράξη.
Όπως διερωτάται ο ίδιος, «τι θα χρειαζόταν πραγματικά για να καταργηθεί η βρετανική μοναρχία;». Στην πράξη, δεν υπάρχει σαφής απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Η μοναρχία μέσα σε ένα δημοκρατικό σύστημα
Η αντοχή της βρετανικής μοναρχίας συνδέεται επίσης με τον τρόπο που εντάχθηκε στο συνταγματικό σύστημα της χώρας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Βρετανία εξελίχθηκε σε κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπου η πραγματική εξουσία πέρασε στα χέρια των εκλεγμένων πολιτικών και όχι του μονάρχη. Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό περιβάλλον, ο βασιλιάς ή η βασίλισσα μετατράπηκαν κυρίως σε τελετουργικό αρχηγό κράτους.
Η συνύπαρξη μιας κληρονομικής θέσης μέσα σε μια δημοκρατική πολιτική κουλτούρα μπορεί να μοιάζει αντιφατική. Μία από τις πιο γνωστές απαντήσεις είχε δοθεί από τον συγγραφέα του 19ου αιώνα, Γουόλτερ Μπάτζεχοτ, ο οποίος διαχώριζε τα «αξιοπρεπή» και τα «αποτελεσματικά» μέρη του Συντάγματος. Η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο ασκούσαν την πραγματική διακυβέρνηση, ενώ η μοναρχία συμβόλιζε τη συνέχεια, την τελετουργία και την εθνική ταυτότητα.
«Πιθανότατα είναι καλύτερη λύση να υπάρχει αρχηγός κράτους και επικεφαλής της κυβέρνησης και να μην είναι το ίδιο πρόσωπο», εξηγεί ο Κανάνταϊν. Σε προεδρικά συστήματα όπως των Ηνωμένων Πολιτειών, οι δύο αυτοί ρόλοι συνδυάζονται, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ξεχωριστός αρχηγός κράτους που να βρίσκεται πάνω από τις πολιτικές συγκρούσεις. Στη βρετανική περίπτωση, ο πρωθυπουργός λειτουργεί μέσα στον ανταγωνιστικό κόσμο της κομματικής πολιτικής, ενώ ο μονάρχης παραμένει εκτός αυτού, συμβολίζοντας το κράτος χωρίς να το κυβερνά άμεσα.
«Ο επικεφαλής της κυβέρνησης επιλέγεται από τον λαό και αν θέλεις έναν αρχηγό κράτους ξεχωριστό από αυτόν τον κόσμο και υπεράνω του, τότε γιατί να μην είναι κληρονομικός;», σημειώνει ο ιστορικός, αν και παραδέχεται ότι δεν πείθονται όλοι από αυτή τη λογική.

Η Ελισάβετ Β’ και η δύναμη της συνέχειας
Αν η γεωπολιτική και οι συνταγματικές δομές εξηγούν ένα μέρος της επιβίωσης της βρετανικής μοναρχίας, τότε η προσωπικότητα της Ελισάβετ Β’ εξηγεί ένα ακόμα καθοριστικό κομμάτι της ιστορίας. «Αυτό που αποδείχθηκε πολύ σημαντικό ήταν ότι παρέμεινε στον θρόνο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα», αναφέρει ο Κανάνταϊν.
Η βασιλεία της διήρκεσε από το 1952 έως το 2022, μια περίοδο επτά δεκαετιών κατά την οποία η Βρετανία άλλαξε ριζικά. Η αυτοκρατορία εξαφανίστηκε, οι παλιές κοινωνικές αντιλήψεις για την τάξη και την αυθεντία εξασθένησαν και η θέση της χώρας στη διεθνή τάξη μεταβλήθηκε πολλές φορές.
Μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές, για πολλούς η μοναρχία έμοιαζε να αποτελεί το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς. «Υπήρχε η αίσθηση ότι προσέφερε μια μορφή σταθερής διαβεβαίωσης, ενώ όλα τα υπόλοιπα άλλαζαν. Αυτό έγινε εξαιρετικά σημαντικό», τονίζει ο ιστορικός.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο τρόπος με τον οποίο άσκησε τη μοναρχία. Η Ελισάβετ Β’ απέφευγε τις ανοιχτές πολιτικές αντιπαραθέσεις, σπάνια αποκάλυπτε προσωπικές απόψεις και διατηρούσε μια αυστηρή δημόσια ουδετερότητα, γεγονός που βοήθησε στη διατήρηση του ρόλου του μονάρχη ως ενωτικής εθνικής μορφής πάνω από τις πολιτικές συγκρούσεις.
Κρίσεις και ανθεκτικότητα της βρετανικής μοναρχίας
Αυτό δεν σημαίνει ότι η βρετανική μοναρχία πέρασε αλώβητη μέσα από τον 20ό αιώνα. «Υπήρξαν αρκετές δύσκολες περίοδοι», παραδέχεται ο Κανάνταϊν.
Η Κρίση του Σουέζ το 1956 αποκάλυψε τη φθίνουσα παγκόσμια ισχύ της Βρετανίας. Τις επόμενες δεκαετίες, επαναλαμβανόμενα κύματα κριτικής στράφηκαν προς τη βασιλική οικογένεια, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990, όταν οι γάμοι που κατέρρευσαν, η έντονη πίεση των μέσων ενημέρωσης και οι εξελίξεις μετά τον θάνατο της Νταϊάνας, πριγκίπισσας της Ουαλίας, προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του θεσμού.
Παρά τις κρίσεις αυτές, η μοναρχία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τον Κανάνταϊν, ένας ακόμα λόγος για τη διαχρονική επιβίωσή της είναι η ικανότητά της να προσαρμόζεται χωρίς να αλλάζει ριζικά τον βασικό της ρόλο. Προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά παρέμεινε αναγνωρίσιμα ο ίδιος θεσμός.
Όπως καταλήγει ο ιστορικός, όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί βοηθούν να εξηγηθεί γιατί, σε έναν αιώνα που σημαδεύτηκε από την πτώση μοναρχιών σε ολόκληρο τον κόσμο, το βρετανικό στέμμα κατάφερε να επιβιώσει.