Η Γερμανία θεωρούσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρούσαν σύντομα στην ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στο έδαφός της, οι οποίοι θα μπορούσαν να πλήξουν βαθιά εντός της Ρωσίας και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι σε ενδεχόμενη επίθεση. Ωστόσο, το σχέδιο αυτό πλέον θεωρείται ουσιαστικά νεκρό, μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να μειώσει δραστικά την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γερμανία, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια και την αποτρεπτική ισχύ του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Η απόφαση για αποχώρηση περίπου 5.000 Αμερικανών στρατιωτών περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, και μια εξειδικευμένη μονάδα που επρόκειτο να φέρει στην Ευρώπη πυραύλους cruise τύπου Tomahawk. Η απουσία αυτής της δύναμης αφήνει το Βερολίνο και τους συμμάχους του με ένα σημαντικό κενό στην άμυνα, χωρίς άμεση δυνατότητα κάλυψής του.
Ο Μετίν Χάκβερντι, ανώτερο στέλεχος του γερμανικού κοινοβουλίου από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, προειδοποίησε ότι η εξέλιξη αυτή είναι επικίνδυνη. Όπως δήλωσε, η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να μην αναπτύξει τελικά πυραύλους cruise στη Γερμανία δημιουργεί κενό στην αποτροπή του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία.

Οι πύραυλοι Tomahawk θα έδιναν στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ τη δυνατότητα να πλήττουν στόχους σε μεγαλύτερες αποστάσεις και με ισχύ που δεν διαθέτουν σήμερα η Γερμανία ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ανώτερος διπλωμάτης του ΝΑΤΟ δήλωσε στο Politico ότι όσον αφορά τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς, η Ευρώπη εξακολουθεί να στερείται των απαραίτητων δυνατοτήτων.
Την ανάπτυξη των συγκεκριμένων πυραύλων είχε υποσχεθεί το 2024 ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, με στόχο την ενίσχυση της μη πυρηνικής αποτροπής του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία. Η πρωτοβουλία αυτή αποτελούσε απάντηση στην απόφαση της Μόσχας να εγκαταστήσει πυραύλους μικρού βεληνεκούς Iskander στον θύλακα του Καλίνινγκραντ το 2018.
Η νέα στρατηγική κατεύθυνση της Ουάσινγκτον, ωστόσο, ανατρέπει τα δεδομένα. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και της μονάδας πυραύλων που υπάγεται στη Multi-Domain Task Force του αμερικανικού στρατού, ως απάντηση στις δηλώσεις του Φρίντριχ Μερτς σχετικά με τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Ο ίδιος ο καγκελάριος Μερτς δήλωσε το Σαββατοκύριακο ότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρχει ουσιαστική δυνατότητα από την πλευρά των ΗΠΑ να παράσχουν τέτοια οπλικά συστήματα.

Ο Νίκο Λάνγκε, ιδρυτής και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανάλυσης Κινδύνου και Διεθνούς Ασφάλειας, τόνισε ότι η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη είχε στόχο να καλύψει μια μακροχρόνια ανισορροπία στην αποτρεπτική διάταξη της Ευρώπης. Όπως εξήγησε, οι πύραυλοι Iskander που βρίσκονται στο Καλίνινγκραντ μπορούν να πλήξουν μεγάλα τμήματα της επικράτειας του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, ενώ η απάντηση θα ήταν μια αμερικανική δύναμη εξοπλισμένη με εκτοξευτές Typhon, ικανούς να χρησιμοποιούν τόσο Tomahawk όσο και τροποποιημένους πυραύλους SM-6.
Η Ευρώπη δεν διαθέτει άμεση εναλλακτική λύση για τους Tomahawk. Σύμφωνα με τον Λάνγκε, η απουσία τέτοιων δυνατοτήτων αφήνει τη Γερμανία εκτεθειμένη σε πιέσεις από τη Μόσχα, καθώς κάθε κενό στην αποτροπή δημιουργεί δυνητικά περιθώρια εξαναγκασμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γερμανία εξετάζει τρεις βασικές επιλογές. Η πρώτη αφορά την αναβάθμιση του πυραύλου Taurus, ο οποίος έχει σήμερα εμβέλεια περίπου 500 χιλιομέτρων. Αν και η παραγωγή του είχε διακοπεί, το Βερολίνο σχεδιάζει την επανεκκίνησή της με τη νέα έκδοση Taurus Neo. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας, Μίτκο Μίλερ, δήλωσε ότι η χώρα εκσυγχρονίζει τα αποθέματα Taurus και αναπτύσσει τον διάδοχό τους.
Ωστόσο, η διαφορά δυνατοτήτων μεταξύ του Taurus και αντίστοιχων ευρωπαϊκών συστημάτων, όπως τα γαλλοβρετανικά SCALP/Storm Shadow, σε σχέση με τους Tomahawk είναι σημαντική. Ο Φάμπιαν Χόφμαν, ερευνητής στο Oslo Nuclear Project, σημείωσε ότι το βασικό πλεονέκτημα των Tomahawk είναι η εμβέλεια, η οποία φτάνει περίπου τα 1.600 χιλιόμετρα. Η αναβαθμισμένη έκδοση Taurus Neo αναμένεται να φτάσει περίπου τα 1.000 χιλιόμετρα, αλλά δεν προβλέπεται να είναι διαθέσιμη πριν από το 2030.

Μια δεύτερη επιλογή για το Βερολίνο θα ήταν η αγορά αντίστοιχων συστημάτων από τις ΗΠΑ. Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, είχε ήδη από το περασμένο καλοκαίρι θέσει το ζήτημα στον Αμερικανό ομόλογό του, Πιτ Χέγκσεθ. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το αν το αίτημα αυτό θα ικανοποιηθεί. Όπως δήλωσε ο Μίλερ, η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ ο Λάνγκε εκτίμησε ότι η Γερμανία ενδέχεται να επιδιώκει μια επιλογή που πλέον δεν είναι διαθέσιμη, επισημαίνοντας την πίεση στα αμερικανικά αποθέματα λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Η τρίτη επιλογή αφορά μια μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή λύση μέσω του προγράμματος European Long Range Strike Approach, που στοχεύει στην ανάπτυξη πυραύλου με εμβέλεια άνω των 2.000 χιλιομέτρων και στην ενίσχυση της αποτροπής χωρίς εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα είναι ιδιαίτερα μακρύ, με τις γερμανικές εκτιμήσεις να τοποθετούν την επιχειρησιακή ετοιμότητα στη δεκαετία του 2030, ενώ ακόμα και οι αρμόδιοι αξιωματούχοι παραδέχονται ότι δεν μπορούν να δώσουν σαφή χρονικό ορίζοντα.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη παραμένει χωρίς τα απαραίτητα μέσα για να αποτρέψει άμεσα τη Ρωσία. Ανώτερος διπλωμάτης του ΝΑΤΟ προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε μείωση δυνατοτήτων στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης αποτελεί λόγο ανησυχίας.
Ο Φάμπιαν Χόφμαν υπογράμμισε ότι η δυσκολία της Ευρώπης να αντιδράσει στην απόφαση Τραμπ αποκαλύπτει έλλειψη προετοιμασίας, σημειώνοντας σε ανάρτησή του ότι η πραγματική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι μια εχθρική Αμερική, αλλά η ίδια η αδυναμία και η ανεπάρκεια της Ευρώπης.