Η πολιτική ανατροπή στην Ουγγαρία δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας πολυετούς διακυβέρνησης, αλλά ανοίγει και ένα κρίσιμο κεφάλαιο: τις επόμενες κινήσεις του Πέτερ Μάγιαρ με στόχο τη διερεύνηση ευθυνών και, ενδεχομένως, την ποινική δίωξη του Βίκτορ Όρμπαν. Ο νέος ισχυρός άνδρας της χώρας καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαίτηση για κάθαρση και στην τήρηση του κράτους δικαίου, σε μια περίοδο όπου οι εξελίξεις τρέχουν με ταχύτητα.
Χωρίς να χάσει χρόνο μετά τη σαρωτική επικράτησή του στις εκλογές της Κυριακής 12 Απριλίου, ο συντηρητικός και φιλοευρωπαίος πολιτικός παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την επαναφορά της θεσμικής κανονικότητας, σε μια χώρα που βγαίνει από 16 χρόνια διακυβέρνησης της άκρας δεξιάς. Μετά τη νικητήρια ομιλία του, προχώρησε σε εκτενή συνέντευξη Τύπου, δίνοντας το στίγμα των προθέσεών του.
Παρά την έντονη πίεση από τους υποστηρικτές του για άμεση απόδοση ευθυνών στον στενό κύκλο του απερχόμενου πρωθυπουργού, για τον οποίο αφήνονται αιχμές ότι επωφελήθηκε οικονομικά εις βάρος των Ούγγρων και Ευρωπαίων φορολογουμένων, ο Μάγιαρ έσπευσε να θέσει σαφή όρια. Όπως δήλωσε, «δεν είναι δουλειά του πρωθυπουργού να αποφασίσει αν ο προκάτοχός του πρέπει να καταλήξει στη φυλακή. Η δική του αποστολή είναι να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο πολιτικά κατευθυνόμενων διώξεων.
Ωστόσο, οι πρώτες κινήσεις δείχνουν ότι οι έρευνες ήδη ξεκινούν. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ουγγρικές φορολογικές αρχές έχουν μπλοκάρει μεταφορές χρημάτων προς το εξωτερικό από πρόσωπα που φέρονται να συνδέονται με στενό συνεργάτη του Όρμπαν. Ο Μάγιαρ, που αναμένεται να ορκιστεί στις 9 Μαΐου, ανέφερε ότι «ανεστάλησαν αρκετές μεταφορές που συνδέονται με τον κύκλο του Άνταλ Ρόγκαν, αξίας δισεκατομμυρίων φιορινιών, υπό την υποψία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

Την ίδια ώρα, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη αστυνομική έρευνα για πιθανή απόκρυψη παράνομα αποκτηθέντων κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν κατονομαστεί ύποπτοι. Ο νέος πρωθυπουργός πιέζει για εντατικοποίηση των ελέγχων, καλώντας τόσο τη φορολογική διοίκηση όσο και τις τράπεζες να ενισχύσουν τους μηχανισμούς εποπτείας και να αναφέρουν κάθε ύποπτη δραστηριότητα.
«Θέλω να καταστήσω σαφές ότι οποιοσδήποτε, είτε πρόκειται για αρχή είτε για τράπεζα, δεν ενεργεί σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη της Ουγγαρίας», τόνισε με έμφαση, στέλνοντας μήνυμα μηδενικής ανοχής.
Παράλληλα, ο Μάγιαρ κατήγγειλε σοβαρές ενέργειες από την απερχόμενη κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη καταστροφές ευαίσθητων εγγράφων. Όπως ανέφερε σε βίντεο στο Facebook, η πρακτική αυτή ενδέχεται να στοχεύει στην παρεμπόδιση μελλοντικών ερευνών για διαφθορά. «Η καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων βλάπτει το ουγγρικό κράτος», δήλωσε, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα τη δημιουργία πλατφόρμας για ανώνυμες καταγγελίες από πολίτες και δημόσιους υπαλλήλους.
Το κόμμα Τίσα, του Μάγιαρ, επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν αναφορές για καταστροφή εγγράφων σε υπουργεία, κρατικούς οργανισμούς, ακόμα και στο Εθνικό Δικαστικό Γραφείο, αλλά και σε επιχειρήσεις που αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο Όρμπαν.
Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, παραμένει: πώς μπορεί να αποδομηθεί ένα βαθιά εδραιωμένο σύστημα εξουσίας χωρίς να πληγεί περαιτέρω το ίδιο το κράτος δικαίου; Η εμπειρία της Πολωνίας, όπου ο Ντόναλντ Τουσκ επέλεξε γρήγορες και αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις για να ανακτήσει τον έλεγχο των δημόσιων μέσων, δείχνει ότι οι λύσεις αυτές έχουν κόστος και προκαλούν αντιδράσεις ακόμα και από οργανώσεις όπως οι Επιτροπές του Ελσίνκι.

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, το δίλημμα είναι ακόμα πιο έντονο: μπορεί να διαλυθεί ένα «κομματικό κράτος» χωρίς προσωρινή παρέκκλιση από τους ίδιους τους κανόνες; Και αν ναι, μέχρι ποιο σημείο;
Ο Μάγιαρ έχει ήδη δώσει το ιδεολογικό πλαίσιο της επόμενης ημέρας, επιμένοντας σε βαθιές τομές. «Όσοι ήταν μέρος του συστήματος, όσοι αποτέλεσαν τους πυλώνες και τις μαριονέτες του, πρέπει να αποχωρήσουν από τη δημόσια ζωή», δήλωσε, ζητώντας ευθέως την παραίτηση κορυφαίων θεσμικών παραγόντων, όπως ο γενικός εισαγγελέας, ο πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, τον οποίο χαρακτήρισε «ανάξιο να αποτελεί εγγυητή του κράτους δικαίου, ηθική αναφορά και πρότυπο για τον ουγγρικό λαό».
Έτσι, οι επόμενες κινήσεις του δεν δείχνουν μια άμεση πολιτική «εκδίκηση», αλλά μια στρατηγική σταδιακής πίεσης: ενεργοποίηση ελεγκτικών μηχανισμών, ενίσχυση θεσμών, συγκέντρωση στοιχείων και, εφόσον προκύψουν επαρκείς αποδείξεις, παραπομπή στη Δικαιοσύνη. Το αν αυτή η πορεία θα οδηγήσει τελικά τον Όρμπαν ενώπιον της φυλακής θα εξαρτηθεί όχι από πολιτικές αποφάσεις, αλλά από το βάρος των αποδείξεων που θα συγκεντρωθούν το επόμενο διάστημα.