Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο πολιτικής θύελλας, καθώς η σύζυγός του Μπεγκόνια Γκόμεθ οδηγείται σε δίκη για σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς, την ώρα που και ο αδελφός του και δύο στενοί συνεργάτες του αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις. Η υπόθεση απειλεί να πλήξει καίρια το ηθικό πλεονέκτημα με το οποίο οι Σοσιαλιστές ανέβηκαν στην εξουσία το 2018, έχοντας δεσμευθεί να καθαρίσουν το ισπανικό πολιτικό σύστημα από τη διαφθορά.
Η δικαστική έρευνα σε βάρος της Γκόμεθ ξεκίνησε μετά από καταγγελία της οργάνωσης «Manos Limpias» («Καθαρά Χέρια»), που συνδέεται με την άκρα δεξιά και αξιοποίησε νομικό μηχανισμό που επιτρέπει σε τρίτους να ζητούν ποινικές διερευνήσεις. Ο ανακριτής Χουάν Κάρλος Πεινάδο της απήγγειλε κατηγορίες για υπεξαίρεση, επιρροή σε δημόσιους λειτουργούς, διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα και καταχρηστική εκμετάλλευση εμπορικού σήματος, υποστηρίζοντας ότι αξιοποίησε τη σχέση της με τον πρωθυπουργό για να προωθήσει την καριέρα της και να ελέγξει δημόσιους πόρους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φέρεται να εξασφάλισε ανώτερη πανεπιστημιακή θέση στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης και μέσω αυτής να κατεύθυνε κρατικά κονδύλια σε έργο λογισμικού, το οποίο στη συνέχεια πέρασε υπό ιδιωτικό της έλεγχο για προσωπικό όφελος.
Παράλληλα, ο αδελφός του Πέδρο Σάντσεθ αναμένεται να δικαστεί τον επόμενο μήνα για παράβαση καθήκοντος, ενώ δύο πρώην κορυφαίοι συνεργάτες του –μεταξύ αυτών ο πρώην υπουργός Μεταφορών Χοσέ Λουίς Άμπαλος– αντιμετωπίζουν κατηγορίες για μίζες, εμπορία επιρροής, εγκληματική οργάνωση και ύποπτες συμβάσεις προμήθειας μασκών κατά την πανδημία. Οι υποθέσεις αυτές, που συνοδεύονται από δημοσιεύματα για βαλίτσες με μετρητά και μαρτυρίες επιχειρηματιών, συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό γύρω από το πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Ο Πέδρο Σάντσεθ σε κλοιό δικών και πολιτικής πίεσης
Ο ίδιος ο Πέδρο Σάντσεθ είχε απειλήσει πριν από δύο χρόνια να παραιτηθεί, όταν η σύζυγός του τέθηκε για πρώτη φορά στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης, προτού τελικά επιλέξει να παραμείνει, καταγγέλλοντας μια «σκευωρία» με στόχο την αποδόμησή του. Σε πρόσφατες δηλώσεις του από την Κίνα, εμφανίστηκε βέβαιος ότι «ο χρόνος θα βάλει τους πάντες στη θέση τους» και ζήτησε από τη Δικαιοσύνη «να αποδώσει δικαιοσύνη», επιχειρώντας να εμφανιστεί θύμα πολιτικά υποκινούμενων διώξεων.
Η κυβέρνηση και το Σοσιαλιστικό Κόμμα απορρίπτουν κατηγορηματικά τις κατηγορίες κατά της Γκόμεθ, υποστηρίζοντας ότι η αρχική καταγγελία της Manos Limpias βασίστηκε σε δημοσιεύματα αντιπολιτευόμενων ιστοσελίδων, ορισμένα εκ των οποίων αποδείχθηκαν ανακριβή. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Φέλιξ Μπολάνιος εξαπέλυσε μάλιστα σφοδρή επίθεση στον δικαστή Πεινάδο, μιλώντας για εξέλιξη που «ντροπιάζει πολλούς πολίτες και πολλούς δικαστές και δικαστίνες» στην Ισπανία. Η κυβέρνηση Σάντσεθ εδώ και χρόνια καταγγέλλει ότι ένα σημαντικό τμήμα της ισπανικής δικαστικής ελίτ διατηρεί στενούς δεσμούς με τη δεξιά, σε μια χώρα όπου οι τρεις μεγαλύτερες δικαστικές ενώσεις θεωρείται ότι έχουν συντηρητικό προσανατολισμό.
Πέδρο Σάντσεθ, δικαστές και 2027: η επόμενη μέρα
Για τον Πέδρο Σάντσεθ, το διακύβευμα δεν είναι μόνο προσωπικό, αλλά και εκλογικό, καθώς οι σοσιαλιστές χρειάζονται σαφή ενίσχυση των ποσοστών τους στις κάλπες του 2027 για να πάψουν να εξαρτώνται από μικρότερα κόμματα στη διακυβέρνηση. Το ενδεχόμενο να εξελίσσονται ταυτόχρονα δίκες της συζύγου του, του αδελφού του και κορυφαίων συνεργατών του, απειλεί να μονοπωλήσει τη δημόσια ατζέντα και να ροκανίσει την εικόνα αξιοπιστίας που επιχειρεί να προβάλει.
Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης απαντούν ότι η Δεξιά εργαλειοποιεί τη Δικαιοσύνη και οργανώσεις όπως η Manos Limpias, που έχει μακρά παράδοση στην κατάθεση μηνύσεων εναντίον στελεχών της αριστεράς και βρίσκεται πίσω και από τη δίωξη του αδελφού του Σάντσεθ. Ωστόσο, η έρευνα του δικαστή Πεινάδο έχει προκαλέσει αντιπαράθεση και εντός του δικαστικού σώματος, καθώς ανώτερα δικαστήρια έχουν απορρίψει μέρος των αποφάσεών του για την έκταση και τη διαδικασία της έρευνας, ενώ άλλα τμήματα της έχουν επικυρωθεί.
Πέδρο Σάντσεθ: το αφήγημα κατά της διαφθοράς σε δοκιμασία
Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για τον Πέδρο Σάντσεθ είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο ίδιος είχε ανέλθει στην εξουσία το 2018 υποσχόμενος να βάλει τέλος στην κουλτούρα διαφθοράς των παλαιών κομμάτων. Ακόμα κι αν ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει άμεσες νομικές συνέπειες από τις υποθέσεις της Γκόμεθ ή των συγγενών και συνεργατών του, η παρατεταμένη παρουσία τους στα πρωτοσέλιδα απειλεί να φθείρει το πολιτικό κεφάλαιο και την ικανότητά του να πείσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση Άμπαλος –με τις αποκαλύψεις για αμφιλεγόμενες συμβάσεις μασκών, καταγγελίες για μετρητά που κατέληξαν στα κεντρικά του Σοσιαλιστικού Κόμματος και καταθέσεις πρώην συντρόφων του πρώην υπουργού– κρατά ζωντανή τη συζήτηση για το κατά πόσο το κόμμα έχει όντως «κόψει» τους δεσμούς του με πρακτικές του παρελθόντος. Όσο οι έρευνες και οι δίκες θα προχωρούν, τόσο θα δοκιμάζεται η αντοχή του αφηγήματος Σάντσεθ περί «νέας πολιτικής εποχής» και σύγκρουσης με τα παλιά δίκτυα εξουσίας.