Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική μετατόπιση του ρόλου της, καθώς από ένα εγχείρημα που είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες με την ειρήνη, τη συνεργασία και την οικονομική ολοκλήρωση, εξελίσσεται πλέον σε έναν οργανισμό με ολοένα πιο έντονο στρατιωτικό και αμυντικό αποτύπωμα.
Αυτό που πριν από 30 χρόνια θα ακουγόταν αδιανόητο, σήμερα αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Πολεμικά πλοία υπό ενωσιακή διοίκηση αναχαιτίζουν βαλλιστικούς πυραύλους στην Ερυθρά Θάλασσα, η ΕΕ έχει εκπαιδεύσει περισσότερους από 86.000 Ουκρανούς στρατιώτες και έχει παραδώσει 2 εκατομμύρια πυρομαχικά, ενώ ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοδοτικά της εργαλεία προβλέπει δάνεια 150 δισ. ευρώ προς τα κράτη-μέλη για την αγορά όπλων.
Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στρατιωτικό ρόλο, αλλά το μέχρι πού μπορεί να φτάσει, σε μια περίοδο που το ΝΑΤΟ δοκιμάζεται και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανησυχούν όλο και περισσότερο για τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ευρωπαϊκή Ένωση και άμυνα: Το νέο δόγμα των Βρυξελλών
Στην καρδιά αυτής της μετάβασης βρίσκεται η παραδοχή ότι το στρατιωτικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ, στρατηγός Σον Κλάνσι, περιγράφει ένα τοπίο στο οποίο οι προτεραιότητες δεν περιορίζονται πλέον σε θεωρητικά σχήματα, αλλά επικεντρώνονται σε πρακτικά ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση του ρωσικού «σκιώδους στόλου», η ταχύτερη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη και η ενίσχυση της άμυνας απέναντι στα drones.
Την ίδια ώρα, το παλιό σχέδιο για ένα εκστρατευτικό σώμα 50.000 έως 60.000 στρατιωτών εμφανίζεται να έχει ουσιαστικά μείνει στα χαρτιά. Αντίθετα, πιο ρεαλιστική θεωρείται πλέον η νέα δύναμη ταχείας ανάπτυξης 5.000 στρατιωτών, η λεγόμενη RDC. Σύμφωνα με τον Κλάνσι, αυτή η δομή δεν είναι μια θεωρητική κατασκευή, αλλά μια δύναμη που εκπαιδεύεται, ασκείται και μπορεί να τεθεί σε διαθεσιμότητα.
Παρά ταύτα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εμφανίζεται να επιδιώκει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού που θα υποκαταστήσει άμεσα το ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, ο διαχωρισμός ρόλων παραμένει βασικός. Η ΕΕ βλέπει τον εαυτό της να δρα κυρίως κάτω από το όριο ενός μεγάλου πολέμου στην Ευρώπη, σε αποστολές σταθεροποίησης, υποστήριξης, εκκενώσεων και διαχείρισης κρίσεων.
Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ: Συνεργασία με σαφή όρια
Το παράδοξο της εποχής είναι ότι, ενώ όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι θεωρούν πως το ΝΑΤΟ περνά βαθιά κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απομακρύνεται από τη Συμμαχία. Το αντίθετο: η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι ο ρόλος της ΕΕ πρέπει να είναι συμπληρωματικός, βοηθώντας τα κράτη-μέλη να πετύχουν τους στόχους τους απέναντι στο ΝΑΤΟ.
Ο στρατηγός Κλάνσι είναι σαφής σε αυτό το σημείο. Επιμένει ότι δεν πρέπει να θολώνουν τα όρια ανάμεσα στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνες του ΝΑΤΟ. Η αμοιβαία αμυντική ρήτρα της ΕΕ, το Άρθρο 42 παράγραφος 7, μπορεί στα χαρτιά να είναι ακόμη ισχυρότερη από το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, όμως στην πράξη οι δύο οργανισμοί καλούνται να υπηρετούν διαφορετικές ανάγκες.
Αυτή η στρατηγική αποτυπώνει τη βαθύτερη αγωνία της Ευρώπης. Αν οι ΗΠΑ αποστασιοποιηθούν από την παραδοσιακή υποχρέωση υπεράσπισης των συμμάχων τους, η ήπειρος χρειάζεται εναλλακτικές δυνατότητες, χωρίς όμως να διαλύσει τη διατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας που τη στήριξε επί δεκαετίες.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Οι αποστολές, τα όρια και το σχέδιο στρατιωτικού Σένγκεν
Η επιχείρηση Aspides στην Ερυθρά Θάλασσα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αποστολή, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2024, έχει προστατεύσει μέχρι σήμερα 600 πλοία, ενώ γαλλικά και γερμανικά πολεμικά πλοία υπό ευρωπαϊκή διοίκηση έχουν καταρρίψει βαλλιστικούς πυραύλους και drones των Χούθι.
Την ίδια στιγμή, όμως, η επιχείρηση ανέδειξε και τα σοβαρά κενά των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό ήταν το περιστατικό με τη γερμανική φρεγάτα Hessen, η οποία εκτόξευσε δύο ακριβούς πυραύλους αναχαίτισης εναντίον αμερικανικού drone χωρίς επιτυχία. Το επεισόδιο αυτό ενίσχυσε τις εκτιμήσεις ότι αρκετά ευρωπαϊκά ναυτικά παραμένουν ανεπαρκώς προετοιμασμένα σε κρίσιμους τομείς αεράμυνας.
Πέρα από τις αποστολές, η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει και σε πιο διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Μία από τις πιο σημαντικές είναι η δημιουργία ενός «στρατιωτικού Σένγκεν», ώστε η μετακίνηση βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού ανάμεσα στα σύνορα να ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις ημέρες και όχι σε περισσότερο από έναν μήνα, όπως συμβαίνει σήμερα. Μάλιστα, στο νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034 αναμένεται, σύμφωνα με τον στρατηγό Κλάνσι, δεκαπλασιασμός των δαπανών για στρατιωτική κινητικότητα.
Παράλληλα, η ΕΕ επιχειρεί να ενώσει και την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, περιορίζοντας τον κατακερματισμό. Το γεγονός ότι η Ευρώπη χρησιμοποιεί περίπου δώδεκα διαφορετικούς τύπους αρμάτων μάχης, ενώ οι ΗΠΑ μόνο έναν, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Στόχος των Βρυξελλών είναι να δοθούν κίνητρα για περισσότερες κοινές ευρωπαϊκές αγορές εξοπλισμών και μικρότερη εξάρτηση από προμηθευτές εκτός ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μετατρέπεται ακόμη σε αυτόνομη στρατιωτική υπερδύναμη. Ωστόσο, μετακινείται σταθερά προς ένα μοντέλο όπου η άμυνα, η στρατιωτική ετοιμότητα και η βιομηχανική υποστήριξη της ασφάλειας γίνονται κεντρικό μέρος της πολιτικής της. Και αυτό, για μια ένωση που γεννήθηκε ως σχέδιο ειρήνης, αποτελεί μια από τις πιο εντυπωσιακές αλλαγές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.