Το Ιράν δεν ξεκίνησε τον πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Ωστόσο, περισσότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η Ισλαμική Δημοκρατία εμφανίζεται να επικρατεί, αναφέρει σε άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό foreignaffairs ο πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Τζαβάντ Ζαρίφ και συνεχίζει:
«Οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις βομβαρδίζουν επί εβδομάδες ιρανικό έδαφος, προκαλώντας χιλιάδες θύματα και εκτεταμένες καταστροφές σε εκατοντάδες κτίρια, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, το Ιράν διατήρησε τη συνοχή του, υπερασπίστηκε τα συμφέροντά του και εξασφάλισε τη συνέχεια της ηγεσίας του, ακόμη και μετά από στοχευμένες δολοφονίες κορυφαίων αξιωματούχων, ενώ ανταπέδωσε επανειλημμένα τα πλήγματα σε στρατιωτικές, πολιτικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, που ξεκίνησαν τη σύγκρουση προσδοκώντας συνθηκολόγηση, βρίσκονται πλέον εγκλωβισμένες χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου, την ώρα που το Ιράν καταγράφει μια ιστορική επίδοση αντίστασης».
Για ένα μέρος της ιρανικής κοινωνίας, αυτή η εξέλιξη αποτελεί λόγο συνέχισης των εχθροπραξιών μέχρι την πλήρη τιμωρία των επιτιθέμενων και όχι αναζήτησης διαπραγματευτικής λύσης. Από τις 28 Φεβρουαρίου, μεγάλα πλήθη συγκεντρώνονται κάθε βράδυ σε όλη τη χώρα, εκφράζοντας την αντίθεσή τους με συνθήματα όπως «Καμία συνθηκολόγηση, κανένας συμβιβασμός, μάχη με την Αμερική». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστος συνομιλητής, καθώς δεν σέβονται την κυριαρχία του Ιράν. Κατά συνέπεια, η Τεχεράνη θα έπρεπε να συνεχίσει τις επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις και να εμποδίζει το εμπόριο στα Στενά του Ορμούζ μέχρι να αλλάξει ριζικά η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή.
Παρά την ψυχολογική ικανοποίηση που μπορεί να προσφέρει η συνέχιση των συγκρούσεων, μια τέτοια επιλογή οδηγεί σε περαιτέρω απώλειες ζωών και καταστροφή υποδομών. Οι επιθέσεις έχουν επεκταθεί σε φαρμακευτικές, ενεργειακές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενώ πλήττονται και άμαχοι. Η σύγκρουση απειλεί να επεκταθεί διεθνώς, καθώς εμπλέκονται ολοένα και περισσότερες χώρες, ενώ διεθνείς οργανισμοί παραμένουν σιωπηλοί υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμα και μετά τη σφαγή σχεδόν 170 μαθητών την πρώτη ημέρα του πολέμου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τεχεράνη καλείται να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά της όχι για να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά για να ανακηρύξει νίκη και να επιδιώξει συμφωνία που θα τερματίσει τη σύγκρουση και θα αποτρέψει μια νέα. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, με αντάλλαγμα την πλήρη άρση των κυρώσεων. Παράλληλα, θα μπορούσε να εξεταστεί ένα σύμφωνο αμοιβαίας μη επίθεσης και οικονομική συνεργασία, με στόχο τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παρά την αποδυναμωμένη θέση του, συνεχίζει να προβαίνει σε αντιφατικές δηλώσεις. Σε πρόσφατη ομιλία του απείλησε ότι θα βομβαρδίσει το Ιράν «μέχρι να επιστρέψει στη λίθινη εποχή», ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε ότι η στρατιωτική εκστρατεία πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της. Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος ανησυχεί για την άνοδο των τιμών ενέργειας, γεγονός που δημιουργεί πολιτικό κόστος και ενδέχεται να οδηγήσει σε αναζήτηση διεξόδου μέσω συμφωνίας.
Η οργή των Ιρανών απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίζεται στη σημερινή σύγκρουση. Από τις αρχές της χιλιετίας, η Ισλαμική Δημοκρατία θεωρεί ότι έχει υποστεί επανειλημμένες προδοσίες. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το Ιράν παρείχε βοήθεια κατά της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν, όμως ο πρόεδρος Τζορτζ Ου. Μπους το ενέταξε στον «άξονα του κακού». Η συμφωνία για τα πυρηνικά το 2015 επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα δεν οδήγησε στην ομαλοποίηση των οικονομικών σχέσεων, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε από αυτήν και επέβαλε αυστηρές κυρώσεις. Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε και επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.
Κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, οι διαπραγματεύσεις περιπλέχθηκαν περαιτέρω. Αντί για έμπειρους διπλωμάτες, στάλθηκαν πρόσωπα χωρίς επαρκή γνώση γεωπολιτικής και πυρηνικής τεχνολογίας, γεγονός που οδήγησε σε αποτυχία των συνομιλιών και τελικά στην έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά αμάχων.
Παρά τη δυσπιστία, η παράταση της σύγκρουσης δεν αναμένεται να αλλάξει το αδιέξοδο, ενώ αυξάνει τις απώλειες και τον κίνδυνο ευρύτερης ανάφλεξης. Ένα ενδεχόμενο εκεχειρίας θα ήταν εύθραυστο, καθώς δεν θα αντιμετώπιζε τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης. Αντίθετα, μια συνολική συμφωνία ειρήνης θα μπορούσε να τερματίσει δεκαετίες έντασης.
Η σύγκρουση ανέδειξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να καταστρέψουν τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα του Ιράν, ενώ παράλληλα αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τον ρόλο της χώρας στο καθεστώς μη διάδοσης. Επιπλέον, κατέδειξε ότι το δίκτυο συμμάχων του Ιράν παραμένει ενεργό, παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις.

Για τις χώρες της περιοχής, ο πόλεμος αποδεικνύει ότι η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για ασφάλεια δεν αποτελεί βιώσιμη στρατηγική. Παρά τις προτάσεις του Ιράν για περιφερειακές συμφωνίες ασφάλειας από το 1985 έως το 2019, πολλές αραβικές χώρες επέλεξαν να στηριχθούν στην αμερικανική παρουσία. Ωστόσο, οι αμερικανικές επιθέσεις από βάσεις στα εδάφη τους τις μετέτρεψαν σε πεδία σύγκρουσης.
Ταυτόχρονα, το Ιράν καλείται να αναγνωρίσει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα δεν απέτρεψε την επίθεση, ενώ αποτέλεσε και πρόσχημα για αυτήν. Αντίθετα, καθοριστικό ρόλο στην άμυνα της χώρας διαδραμάτισε η ανθεκτικότητα του λαού.
Η διαδικασία ειρήνης προϋποθέτει αμοιβαιότητα. Σε αρχικό στάδιο, απαιτείται παύση των εχθροπραξιών και διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, με ταυτόχρονη άρση των περιορισμών που εμποδίζουν το Ιράν να εξάγει πετρέλαιο. Στη συνέχεια, μια συνολική συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει δέσμευση του Ιράν να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, περιορισμό του εμπλουτισμένου ουρανίου και άρση των κυρώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και πλήρη διεθνή επιτήρηση των πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Επιπλέον, προτείνεται η δημιουργία περιφερειακού μηχανισμού εμπλουτισμού καυσίμων με τη συμμετοχή διεθνών δυνάμεων και κρατών της περιοχής, καθώς και η συγκρότηση δικτύου ασφάλειας στη Δυτική Ασία με τη συμμετοχή πολλών χωρών. Παράλληλα, οικονομική και τεχνολογική συνεργασία θα μπορούσε να ενισχύσει τη σταθερότητα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κληθούν να συμβάλουν στην ανοικοδόμηση των ζημιών.
Τέλος, ένα μόνιμο σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να αποτελέσει θεμέλιο για την αποκλιμάκωση, συνοδευόμενο από αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων και άρση περιορισμών στις μετακινήσεις πολιτών.
Παρά τις δυσκολίες και τη βαθιά καχυποψία μεταξύ των δύο πλευρών, η σύγκρουση αυτή ενδέχεται να αποτελέσει αφετηρία για μια διαρκή ειρήνη. Οι Ιρανοί μπορούν να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι αντιστάθηκαν σε μια ισχυρή στρατιωτική επίθεση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν πλέον ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Παρά τις εντάσεις και τις δηλώσεις νίκης, η ιστορία τελικά δικαιώνει εκείνους που επιλέγουν την ειρήνη».