Οι Χούθι της Υεμένης, η σιιτική πολιτοφυλακή που στηρίζεται από το Ιράν, μπήκαν και επισήμως στον «μεγάλο πόλεμο» της Μέσης Ανατολής εξαπολύοντας βαλλιστικούς πυραύλους κατά του Ισραήλ το πρωί του Σαββάτου, ανοίγοντας ένα ακόμη μέτωπο σε μία ήδη φλεγόμενη περιφερειακή σύγκρουση. Την ίδια στιγμή, περίπου 3.500 Αμερικανοί πεζοναύτες και ναύτες αποβιβάζονται στην περιοχή με αμφίβια αποβατικά πλοία, ενισχύοντας την παρουσία των ΗΠΑ σε μια ζώνη που βλέπει καθημερινά πυραυλικά και μη επανδρωμένα πλήγματα από και προς το Ιράν. Το Ισραήλ συνεχίζει τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε ιρανικούς στόχους, ενώ η Τεχεράνη ανταπαντά με επιθέσεις σε βάσεις και υποδομές σε ολόκληρο τον Κόλπο, τραυματίζοντας και Αμερικανούς στρατιώτες σε σαουδαραβικό έδαφος.
Η ηγεσία των Χούθι ανακοίνωσε μέσω Telegram ότι θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις της «μέχρι να σταματήσουν οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις» κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας και των συμμάχων της, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Ο ισραηλινός στρατός επιβεβαίωσε την εκτόξευση πυραύλου από την Υεμένη προς την ισραηλινή επικράτεια, χωρίς να διευκρινίζει άμεσα εάν το βλήμα αναχαιτίστηκε, εντείνοντας όμως το αίσθημα ότι η σύγκρουση έχει πλέον αποκτήσει πλήρως πολυμετωπικό χαρακτήρα. Την ίδια ώρα, στο Ριάντ, σε βάσεις όπως η Prince Sultan Air Base, ιρανικά drones και πύραυλοι τραυματίζουν τουλάχιστον 15 Αμερικανούς στρατιωτικούς και προκαλούν ζημιές σε κρίσιμα αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, επιβεβαιώνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν είναι μόνο «σκηνοθέτης» αλλά και στόχος στον πόλεμο με το Ιράν.
Χούθι, ΗΠΑ και «πνιγμένη» παγκόσμια οικονομία
Το άνοιγμα ενός ακόμη μετώπου μέσω των Χούθι δεν έχει μόνο στρατιωτική αλλά και οικονομική διάσταση, με τις ΗΠΑ να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις σε δύο στρατηγικά θαλάσσια «στενώματα»: τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Το Ορμούζ παραμένει ουσιαστικά κλειστό από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, μετά τα πρώτα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ενώ η Ουάσινγκτον έχει ήδη προειδοποιήσει για τον αυξημένο κίνδυνο επιθέσεων των Χούθι σε πλοία που διέρχονται από τη νότια Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η υεμενίτικη οργάνωση έχει αποδείξει από το 2023 ότι διαθέτει τόσο τη βούληση όσο και τα μέσα να «κλειδώσει» τον διάδρομο αυτό για τους δυτικούς ναυλωτές, αναγκάζοντας τα τάνκερ να κάνουν τον γύρο της Αφρικής και προκαλώντας αλυσιδωτές αυξήσεις σε κόστος, ασφάλιστρα και τελικά στις τιμές των καυσίμων για τους καταναλωτές της Δύσης.
Η κλιμάκωση έχει ήδη μεταφραστεί σε εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου, με το Brent να κλείνει πάνω από τα 112 δολάρια το βαρέλι και την άνοδο από την αρχή της σύγκρουσης να ξεπερνά το 55%, την ώρα που οι κυβερνήσεις της Δύσης μιλούν ανοιχτά για τον κίνδυνο «στασιμοπληθωρισμού».
Από την Ασία έως την Αφρική, χώρες όπως η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες ήδη κηρύσσουν ενεργειακές «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης», καθώς οι ροές καυσίμων περιορίζονται, ενώ στην Αφρική αυξάνονται οι κλοπές βενζίνης και η κοινωνική ένταση λόγω φόβου περαιτέρω ελλείψεων. Σε αυτό το εκρηκτικό φόντο, κάθε νέα κίνηση των Χούθι στη θάλασσα μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή πίεσης πάνω στις ΗΠΑ, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην στρατιωτική κλιμάκωση και στη διάσωση της διεθνούς οικονομικής σταθερότητας.
Χούθι, ΗΠΑ και «διπλό παιχνίδι» Τραμπ
Στο διπλωματικό πεδίο, οι ΗΠΑ επιχειρούν να εμφανιστούν ως ο παίκτης που έχει ακόμη το «κουμπί» της αποκλιμάκωσης, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να μιλά για ειρήνη, ενώ την ίδια στιγμή δηλώνει ότι «πάνω από 3.500 στόχοι» στο Ιράν παραμένουν στο τραπέζι για νέες επιθέσεις.
Η Ουάσινγκτον φέρεται να έχει καταθέσει στην Τεχεράνη σχέδιο 15 σημείων, που προβλέπει άρση κυρώσεων έναντι διάλυσης ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, περιορισμού του πυραυλικού προγράμματος και εκ νέου ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ, πρόταση την οποία η ιρανική ηγεσία απέρριψε ζητώντας πολεμικές επανορθώσεις, αναγνώριση ελέγχου επί του Ορμούζ και εγγυήσεις μη επανάληψης επιθέσεων από ΗΠΑ και Ισραήλ. Παρά τη σκληρή ρητορική, η αμερικανική κυβέρνηση διαμηνύει σε συμμάχους ότι δεν σχεδιάζει άμεση χερσαία εισβολή στο Ιράν, ενώ ο Τραμπ παρατείνει μέχρι τις 6 Απριλίου το τελεσίγραφό του προς την Τεχεράνη, κερδίζοντας χρόνο για περαιτέρω συγκέντρωση δυνάμεων στην περιοχή.
Στο παρασκήνιο, η Ουάσινγκτον δέχεται πίεση τόσο από τα κράτη του Κόλπου, που βλέπουν τα εδάφη και τις υποδομές τους να γίνονται στόχοι ιρανικών επιθέσεων, όσο και από την παγκόσμια οικονομική ελίτ που βλέπει τον πόλεμο να «σαρώνει» τις παραδοσιακές άμυνες των χαρτοφυλακίων της Γουόλ Στριτ.
Την ίδια ώρα, χώρες όπως το Πακιστάν διεκδικούν ρόλο μεσολαβητή, προσφέροντας το έδαφός τους για πιθανές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν, την ώρα που οι υπουργοί Εξωτερικών Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Αιγύπτου μεταβαίνουν στο Ισλαμαμπάντ για να συζητήσουν σενάρια αποκλιμάκωσης. Μέχρι τότε, όμως, οι Χούθι παραμένουν το «μακρύ χέρι» της Τεχεράνης προς το Ισραήλ και ένας από τους πιο απρόβλεπτους παράγοντες που μπορούν ανά πάσα στιγμή να στοχεύσουν είτε το Ισραήλ είτε τις ζωτικές θαλάσσιες αρτηρίες που ενδιαφέρουν άμεσα τις ΗΠΑ.